Το κορίτσι στο Χ93

Κρατούσα σταθερά το τιμόνι. Το μόνο πηδάλιο που πλέον μπορούσα να ελέγξω που με πάει. Κι ας μην είχα πια προορισμό. Επιτάχυνα στην Αττική οδό. Προσπερνώ πασχαλινούς εκδρομείς. Αμάξια που κουβαλάνε ποδήλατα, γιαγιάδες που πετάνε φλούδες μανταρίνια έξω απο το παράθυρο και όποιον πάρει ο χάρος. Κλουβιά δεμένα στην οροφή με υπερτροφικά καναρίνια, μισή προίκα για τρεις μέρες και κακομαθημένα παιδιά στο πίσω κάθισμα. Με κοιτά μια μεσόκοπη κυρία απ’τη θέση του συνοδηγού με ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη. Ήθελα να της φωνάξω, αλλάζουμε;

Έτσι για μια στιγμή να νιώσει το πετσί μου πάλι πως είναι να ανήκεις κάπου. Μια τόση δα στιγμή που κανείς άλλος δε θα καταλάβαινε τη διαφορά. Έξοδος Κηφισίας. Σταματάω στο φανάρι, μπροστά λεωφορείο. Χ93. Καίνε τα μάτια απο ένα κλάμα γοερό, αδίστακτο. Απο αυτά τα δάκρυα που κάνουν κρότο. Που καίνε στα μάγουλα. Αυτά που αφήνουν σημάδια για πάντα. Τα απαρηγόρητα.

Σηκώνω το βλέμμα και έχεις κολλήσει τη μύτη σου στο πίσω τζάμι του λεωφορείου. Με κοιτάς με μάτια μεγάλα, καστανά. Είσαι δεν είσαι τριών χρονών κορίτσι. Καρέ μαλλιά και οι αφέλειες πέφτουν στο μέτωπό σου αγορίστικα. Φοράς ένα κίτρινο πουκάμισο και μια τζιν σαλοπέτα. Έχεις σκαρφαλώσει στο κάθισμα και με κοιτάς κρατώντας στο ένα χέρι μια πορτοκαλάδα ρουφώντας νωχελικά απο το καλαμάκι σου. Διαολίζομαι που έχω μάρτυρα στον πόνο μου. Σταμάτα να κοιτάς. Σταμάτα.

Ανοίγεις το στόμα και αφήνεις τα χνώτα σου πάνω στο κρύο τζάμι. Απλώνεις το ελεύθερο, παιδικό, τροφαντό σου δαχτυλάκι και σχηματίζεις ένα χαμόγελο. Σηκώνεις το βλέμμα. Με κοιτάς. Ξεραίνεται και ο ιδρώτας που στάζει απο τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Σχεδόν τον μυρίζω. Πόσα να προλάβω να σου μάθω για όσα έρχονται.

Άκου κορίτσι μου να ξέρεις. Όπως εγώ έτσι και πολλοί θα κρύβουν τη θλίψη τους πίσω απο γέλια μυτερά. Θα βλέπεις κόσμο να γελά και την ψυχή του να πονάει. Θα δεις κόσμο να ζευγαρώνει απο φόβο μη μείνει μόνος. Να μην παλεύει για τα θέλω του και να συναινεί σε μια ζωή χωρίς αλήθεια ή μισή. Να φτιάχνει μια ιδέα για τον εαυτό του και να περνάει μια ζωή προσπαθώντας να πείσει τους άλλους γι’αυτό που είναι. Θα βρεις ανθρώπους που θα έρθουνε κοντά σου. Θα βυθιστούνε μέσα σου, πάνω σου. Μα όσο και να σε αγγίξουν ίσως δε σε ακουμπήσουνε ποτέ. Άλλοι δε θα ξέρουν πως να κολυμπήσουν στη θάλασσα που κρύβεις μέσα σου κι άλλους θα τους πνίξεις μοναχή.

Άκου κορίτσι μου γλυκό. Θα παλέψεις, θα νιώσεις ανίκητη, θα σου πούνε λόγια, θα σου τάξουν ό,τι δεν φαντάστηκες ποτέ, θα σε κάνουν να πιστέψεις πως κανείς δε σου μοιάζει. Και θα έρθει μια μέρα που θα κάνεις το ίδιο. Θα δώσεις ό,τι έχεις χωρίς να κρατάς ψίχουλο για σένα. Θα ξοδευτείς, θα αναλωθείς, θα συρθείς, θα πονέσεις. Θα έρθουν νύχτες που δε θα θες να τελειώσουν και μέρες που δε θα ήθελες να ζεις. Θα μυρίζεις ένα μπλουζάκι που ξέμεινε απο αυτόν που αγάπησες και εκεί θα αρχίζει και θα τελειώνει η μέρα σου.

Και θα έχει η μοναξιά σου τότε μια δόση δηλητήριο. Μια γεύση πικρή και στυφή όταν μόνη περπατάς, σαν μόνη πλαγιάζεις αναζητώντας μάταια μισό πόντο ζεστό κορμί μέσα στα σεντόνια. Θα έρθει η ώρα που θα κάνεις το γύρο του κόσμου σαν πουπουλένια πειρατής και θα γελάς. Θα έρθει η ώρα που θα σου σκάσουν το μπαλόνι αυτοί που στο γέμισαν αέρα. Και η πληγή αυτή ίσως δε γιάνει. Δε θα την κάνει μάκια κανείς. Δε θα είναι εκεί η μαμά να σε σηκώσει απο το πεσμένο σου ποδήλατο. Θα είσαι εσύ εκεί άραγε να σηκωθείς; Θα είμαι εγώ εκεί να σου ζωγραφίσω τότε ένα χαμόγελο στα χνώτα του παρμπρίζ μου;

Άκου κορίτσι μου. Ζωγράφιζε χαμόγελα και φόρα τα στην ψυχή σου μέσα. Και σε όσες στάσεις κι αν κατέβεις στη ζωή να θυμάσαι αυτές που έμεινες και γελούσες τόσο ηχηρά που σήκωνες νεκρό κι απο τον τάφο. Στο λεωφορείο αυτό όσοι κι αν κατέβουν θα νομίζεις πως χάνονται για πάντα. Τίποτα δε χάνεται. Ό,τι δεν σε αφήνει ποτέ είναι μόνο η δυνατότητα να πετάς στα σκουπίδια αυτό που είχες χθες θεό. Τίποτα δε σε ξεπερνά. Μαθαίνουν οι άνθρωποι απλά να προσπερνάνε.

Το φλας σε κάθε του επανάληψη μοιάζει με σφυρί σε έδρανο δικαστικής αίθουσας. Ένοχη. Γιατί δε σταμάτησες να πιστεύεις στους ανθρώπους. Ισόβια κάθειρξη. Γιατί ακομα πιστεύεις στην αγάπη. Εκείνη την ανεπιτήδευτη, την αραχνούφαντη, τη γλυκιά. Εκείνη που θυμίζει τη γιαγιά που κρυφά σου αγόραζε μια σοκολάτα. Αυτή που τα φέρνει όλα ανάποδα, που δεν βρίσκει εμπόδια, που υπερπηδά κάθε δυσκολία. Που γεννιέται μέσα απο το τίποτα, που γίνεται τα πάντα, που ξεχνά πως ξεκίνησε, που επαναπροσδιορίζει την ύπαρξή της, που αναπλάθει τις πληγές, που γιατρεύει τον πόνο, που γεμίζει βιβλία και στίχους και ποιήματα και τοίχους στους δρόμους. Αυτή που ξεκινά μέσα σου και δε βρίσκει πλάτος και μήκος στη γη τούτη να μην απλωθεί και να μη φτάσει.

Άκου κορίτσι μου, όταν σου απλώσουν το χέρι κράτα το σφιχτά. Κι αν το αφήσουν μη φοβηθείς. Κι αν δε θέλουν ό,τι είσαι μη λυγίσεις. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Για λίγο καμιά φορά μέσα στο πάντα σου. Κι αυτό το λίγο θα φαίνεται να είναι δυο και τρεις ζωές που θα ήθελες να ζήσεις για να το χορτάσεις.

Άκου κορίτσι μου. Ίσως κάποτε βρεθείς πάλι χωρίς αρχή, χωρίς να ξέρεις, χωρίς να θες, χωρίς αυτούς που αγάπησες, χωρίς οικογένεια. Όσο πεσμένη κι αν είσαι ξάπλωσε στον πάτο αυτό, απλώσου σα χταπόδι, πάφλασε τα πλοκάμια σου στο τρικυμιώδες τίποτα και μείνε όσο χρειαστεί. Σήκω απο τα βρύα και τις λειχήνες για να κάνεις κι άλλα λάθη. Μεγαλειώδη, κοσμοϊστορικά, τραγελαφικά. Λάθη ασυγχώρητα για όσους δε νιώθουν. Για να χάσεις κι άλλους ανθρώπους, για να θες ξανά, για να ζεις. Ελεύθερα και ανελέητα θα είναι τα χτυπήματα. Και έτσι γεμάτη μελανιές θα έχεις σώσει τον πόλεμο μέσα σου. Θα έχεις κατακτήσει και το τελευταίο πεδίο της μάχης. Θα κάθεσαι πάνω απο τα πτώματα του νου και θα κάνεις τσιγάρο στη μνήμη όσων δεν άντεξαν, δεν μπόρεσαν, δεν ήθελαν, δεν έδωσαν, δεν προσπάθησαν. Όσων δεν.

Άκου κορίτσι μου. Θα κάνεις φίλους. Αυτοί θα είναι ο καθρέφτης σου. Η ωμή αλήθεια που δεν τόλμησες να παραδεχθείς ούτε στον ύπνο σου. Βάστα γερά αυτούς που θυσιάζουν μέρος απο την ευτυχία τους για να μοιραστούν τη δική σου δυστυχία. Κι όταν κορίτσι μου θα μοιάζουν όλα μαύρα αυτοί θα το σπάνε σε αποχρώσεις. Κι όσο κι αν δε ζουν αυτό που ζεις τόσο πιο πολύ θα ανοίγουν χαραμάδες με φως. Μείνε κοντά σε εκείνους που σε θέλουν χωρίς λόγο. Σε αυτούς που σηκώνουν το τηλέφωνο να πάρουν και εμφανίζονται στην πόρτα σου. Γιατί έτσι.

Άκου κορίτσι μου. Όπως ρουφάς το καλαμάκι έτσι θα νιώσεις κάποτε οτι σου ρούφηξαν τη ζωή απο μέσα σου. Όπως ζωγραφίζεις σε ένα τζάμι έτσι κάποτε κάποιος θα γράψει απο πάνω. Όπως θα περνάνε τα χρόνια έτσι θα δεις οι άνθρωποι να λικνιζονται όλο και πιο πολύ σε μια ψευδαίσθηση πως τους προσδιορίζουν μόνο οι επιτυχίες τους. Η δουλειά, τα σπίτια, τα λεφτά. Θα τους ακούς να μιλάνε μόνο για τον εαυτό τους, τι κατάφεραν, τι αγόρασαν, που πήγαν. Στον εαυτό τους τα λένε για να τον πείσουν πως κάθε μέρα δεν κυλά ανώφελα. Ούτε λόγος για το τι αγαπούν, για τα λάθη τους, για τη βαρεμάρα τους, για όλα αυτά που τους κάνουν απλά ανθρώπινους. Η προσπάθεια είναι κορίτσι μου αυτό που είσαι. Τίποτε μετά απο αυτό δεν είναι θεμελιώδες, δεν είναι συμπαγές, δεν είναι μόνιμο, δεν είναι σίγουρο, δεν είναι για πάντα δικό σου. Μόνο η προσπάθειά σου.

Άκου κορίτσι μου. Έχω τόσα να σου πω που θα μας πάρει η μαύρη νύχτα. Έχω ακουμπήσει την ψυχή μου στο ταμπλό και την περιφέρω αφύλακτη. Κι όσο με κοιτάς τόσο ξεγυμνώνομαι. Τόσο με καίει η σάρκα μου και τρεμοπαίζουν τα δάχτυλά μου ρυθμικά στο τιμόνι. Κι όσο κρατάει αυτό το φανάρι ήσουν η πιο αληθινή μου παρέα. Για όλα αυτά που σε περιμένουν και δεν ξέρεις. Για όλα αυτά που ήρθαν και δεν τα περίμενα.

Άκου κορίτσι μου. Μην πιστέψεις πως κάτι δε το μπορείς. Μην πιστεύεις πάντα σε όλα όσα έμαθες. Μην αφήσεις τον κόσμο να σε θάψει στα πρέπει και τα μη και τα όχι. Δεν υπάρχει τζιζ στη ζωή. Το πιο καθαρό σου οξυγόνο θα είναι μόνο εκεί που σε αγαπάνε. Όπως είσαι. Και όπως δεν είσαι. Και όπως έγινες. Και όπως δεν έγινες. Και όπως γελάς. Και όπως κλαις. Και όπως σπέρνεις τη χαρά. Και όπως βυθίζεσαι μέσα στη μαύρη θλίψη.

Και όπως θα μεγαλώνεις ίσως σε πετύχω να περπατάς, κοπέλα πια, στο δρόμο κρατώντας ένα ανδρικό χέρι σφιχτά. Ίσως του γελάς και του χαρίζεις το πιο ζεστό σου χαμόγελο. Ίσως η αγκαλιά του γίνει το σπίτι σου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο προορισμός σου, η δύναμή σου. Ίσως η αγάπη του σου δώσει το πιο βαθύ φιλί και το πιο γερό χαστούκι. Ίσως περάσει απο πάνω σου σαν τανκ. Ίσως δε φτάνουν όλα τα τσιγάρα και τα ποτά για να καπνίσεις και να πνίξεις τον πόνο μέσα σου. Ίσως ό,τι έκανες ως τότε στη ζωή σου να νιώθεις πως δεν αρκεί γιατί έχει μηδενίσει το κοντερ. Ίσως μια ψυχρή υπογραφή γίνει το τέλος σε αυτό που κάποτε δεν υπήρχαν λέξεις ακόμα πλασμένες να το περιγράψεις. Ίσως κάποτε κάθε μέρα να γίνει μια ακόμη ημέρα μακριά απο εκείνον. 67, 151, 180 και 15 ώρες και 42 δευτερόλεπτα. Τώρα και 43. Κάποτε μπορεί να δεις τη ζωή σου σε κούτες. Ίσως ακουμπήσεις σε μια απο αυτές που γράφει εύθραυστο. Θα ανάψεις ένα τσιγάρο. Το μόνο εύθραυστο εκεί γύρω ίσως κανείς δεν καταλάβει πως ήσουνα εσύ. Αυτό που δε το έγραψε κανείς επάνω του με μαρκαδόρο. Αυτό που δε θα βάλει κανείς σε μια κούτα να το πάρει μαζί.

Άκου κορίτσι μου. Αυτοί που αγαπάνε και με την τελευταία σταγόνα στο αίμα είναι πάντα δυνατοί ακόμα και πεσμένοι, ακόμα και στο τίποτα. Γιατί χωρίς αυτούς που αγαπάς σα να τράβηξες ψυγείο απο την πρίζα. Λήγουν και τα γάλατα λήγουν και τα μέσα σου. Ίσως τότε μείνεις να χαιρετάς σαν ξένος τον πιο δικό σου άνθρωπο. Ίσως δε γυρίσει ποτέ να κοιτάξει τι αφήνει πίσω. Ίσως κάποτε βρεθείς 3 το πρωί να βλέπεις σε λούπα ένα βίντεο που σου λέει σ’αγαπώ και να στρίβεις στη μαστούρα σου αναμνήσεις απο γέλια πνιχτά και περασμένα, φιλιά και πόδια μπλεγμένα και όνειρα που δεν είχαν μήτε πάτο μήτε ουρανό.

Άκου κορίτσι μου. Όσα και να σου μάθουν, όσες απαντήσεις κι αν έχεις μέσα σου θα έρθει μια μέρα που θα ζεις μόνο με ερωτήσεις. Πως απο εδώ και πέρα; Και θα κάνει το μυαλό σου ελεύθερη πτώση και θα πέφτεις πιο γρήγορα απο ποτέ. Μην κλείσεις τα μάτια.

Άκου κορίτσι μου. Κάποτε το πιο αγαπημένο σου παιχνίδι θα το βρεις βρώμικο σε μια ξεχασμένη γωνιά της αποθήκης. Κάποτε το τραγούδι που αγάπησες δε θα θυμάσαι καν ποιος το έλεγε. Κάποτε θα ξεχάσεις τούτη εδώ τη στιγμή που με κοιτάς. Κάποτε θα θες να γαληνέψεις πόνους και θα έρχονται ακόμη μεγαλύτεροι και θα προσπαθείς να εξημερώσεις τα θηρία γύρω σου αλλά θα είναι μέσα σου. Κάποτε ίσως κανείς δεν καταλάβει. Κάποτε θα σκεφτείς τα λάθη σου αλλά θα είναι αργά. Κάποτε θα ψάχνεις για λίγη αγάπη και όλοι θα έχουν πέσει για να κοιμηθούν. Κάποτε θα δεις μπροστά σου όλα αυτά απο τα οποία έτρεχες μια ζωή να κρυφτείς. Κάποτε θα έρθει η ώρα να κερδίσεις τις μάχες που δεν κέρδισε κανείς για εσένα. Κάποτε θα καταλάβεις πως παλεύεις μόνο με τον εαυτό σου. Οι γύρω είναι μόνο θεατές. Για λίγο συμπρωταγωνιστές.

Άκου κορίτσι μου. Τα ωραία στη ζωή κρατάνε λίγο. Τα πολύ ωραία όσο προσπαθείς. Μη σταματήσεις κορίτσι μου να προσπαθείς. Βρες τη δύναμη και μην ξεχάσεις τα όνειρά σου, μη τα βάλεις ενέχυρο σε κανενός το ανταλλακτήριο. Μην ξεπουληθείς κι αν το κάνεις να είναι μόνο για λίγο. Στο τέλος θα είσαι εσύ υπεύθυνη για όλα. Όσες ευκαιρίες και να δώσεις να ξέρεις πως δε θα τις πάρεις πίσω ποτέ. Οι άνθρωποι ξεχνάνε γρήγορα. Πόσο τους αγάπησες, πόσα τους έμαθες, πόσο σφιχτά τους κράτησες, πόση αλήθεια έδωσες, πόσα ναι τους είπες μόνο για να δεις τη χαρά στα μάτια τους. Μάθε να συγχωρείς αληθινά. Λέγε αλήθειες κι ας πονάνε. Οι πολλοί δεν φτιάχτηκαν για να αντέχουν αλλά για να ανέχονται όσα δεν αντέχουν. Άκου κορίτσι μου. Όποιος δεν αντέχει το λίγο σου δε θα μπορεί και το πολύ σου.

Ανάβει πράσινο. Πρέπει να σε προλάβω να στα πω. Να μη γίνεις σαν εμένα. Ακολουθώ το λεωφορείο μέχρι το τέρμα του. Κατεβαίνω απο το αυτοκίνητο και τρέχω μέσα στο κρύο να χτυπήσω την πόρτα του οδηγού να μου ανοίξει. Μου κάνει νόημα, δεν καταλαβαίνω. Ανοίγουν οι πόρτες και μου λέει νευρικά “είναι εκτός λειτουργίας το λεωφορείο κυρία μου, δε βλέπετε που είναι άδειο;

Ανεβαίνω δυο σκαλιά και κοιτάζω. Κανείς.

Αφήνω ένα σχεδόν άηχο συγνώμη στον οδηγό σα μεταμεσονύκτιο εισιτήριο της τρέλας μου.

Μπαίνω στο σπίτι της μάνας μου κάθιδρη. Τρέχει καταπάνω μου. “Κοίτα τι βρήκα! Είναι απο τη μέρα που είχαμε πάει βόλτα όταν ήσουνα μικρή με το λεωφορείο“. Μου δείχνει μια φωτογραφία. Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά.

FullSizeRender-2

Άκου κορίτσι μου. Κανείς δε θα σου πει πιο δυνατά την αλήθεια απο εσένα την ίδια. Αντίο και καλή σου τύχη.

Against all odds

Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Και είναι τόσοι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι γύρω σου αλλά μοιάζουν τόσο αδιανόητα ίδιοι. Σου μιλάνε και δεν ακούς. Σε κοιτούν μα δε βλέπεις. Μερικοί γεννήθηκαν για να βλέπουν μόνο ό,τι εκείνοι θέλουν. Για να ακούν όσα έχουν σημασία. Όλα τα άλλα βάλε τα σε μια γωνία, πέτα τα, ξεφορτώσου τα. Περιττά λόγια, άνθρωποι μισοί, ψυχές ημίαιμες. Αλητεύεις μέσα στο ίδιο σου το μυαλό. Θυμάσαι. Ποιος είσαι. Απο που έρχεσαι. Τι πέρασες για να φτάσεις εδώ. Σημείο μηδέν. Κι όμως κανείς δεν βλέπει. Κανείς δεν ακούει. Φωνάζεις μέσα σου έτσι δεν είναι; Ουρλιάζεις χαμογελώντας σε μεσοαστικές εκδηλώσεις χαράς. Που έχωσες τον διάολο που νταντεύεις τόσο καιρό;

Μυτερά γέλια και συνειδήσεις χωρίς ξεκάθαρη πρόθεση. Πότε ξέχασαν όλοι να ζούνε γι’αυτό που ονειρεύτηκαν; Ή μήπως κάποιοι δεν έφτασαν ποτέ εκεί; Και πόσες συμπαντικές συναστρίες ζευγάρωσαν σα ζώα πάνω απο το κεφάλι σου για να φτάσω εδώ. Μπροστά σου. Με ακούς; Είμαι η δική σου φωνή. Είμαι η δική σου ιστορία. Είμαι αυτό που επέλεξες να γίνεις. Είμαι η σκέψη μέσα στην τελευταία τζούρα πριν πετάξεις το τσιγάρο.

Αντέχεις; Να περάσεις μέσα απο σκοτάδια και δράκους. Να καταλαγιάσεις φοβίες και τρέμουλα. Να τα δεις όλα καθαρά και να τρέξεις. Να μη χάσεις τίποτα για εσένα απο εδώ και πέρα. Να θυσιάσεις χωρίς να θυσιαστείς. Να ανακαλύψεις ξανά όλα αυτά που σε έκαναν να χαμογελάς.

-Ξέχασες; Να πιστεύεις.

-Ξέχασα. Να πιστεύω.

-Και τώρα;

-Τώρα τι;

-Τι μένει τώρα;

Ότι και να μένει ξεκινά εδώ. Πόσο λίγο μπορεί να είναι αν κρατήσει για πάντα; Πόσο κακό να είναι αυτό που το νιώθεις πιο σωστό απο όλα τα άλλα.

Οι άλλοι; Χαμηλώνεις το βλέμμα, κοιτάς πίσω, πόσες αγκαλιές, πόσα λόγια, μια ζωή ολόκληρη, φίλοι, σύντροφοι, γνωστοί. Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Και κάπου εκεί υπάρχει κάτι για εσένα. Κάτι που μοιάζει με όλα τα άλλα μα είναι για εσένα. Το νιώθεις; Το βλέπεις; Το ακούς; Το ξεχωρίζεις. Στάσου μπροστά του. Μη φοβάσαι. Αν δεν είναι για εσένα θα προσπεράσει όπως τόσα. Αν δεν αντέξει θα είναι γιατί δεν γεννήθηκε για να αντέξει τον κόσμο σου. Γιατί ποτέ δε θα μπορέσει να γίνει ο κόσμος σου.

Δε φταίνε οι άλλοι που δεν αντέχουν. Φταις εσύ που πας ως το τέλος. Ανάποδα. Πάντα ανάποδα. Και πόσο το πληρώνεις αυτό. Κάθε μέρα που το γέλιο σου κρύβει αδιαφορία. Κάθε πρωί που ξυπνάς δίπλα σε σώματα κρύα. Κάθε φορά που αναβάλλεις εσένα.

Και πόσοι αλήθεια κατάλαβαν ποτέ; Πόσοι μείνανε τελικά για να δούνε; Πόσο νωχελικά μπορείς να σπρώχνεις μια ζωή να μεγαλώσει. Πόσες εξαρτήσεις έβαλες στη ζωή σου και δεν εξαρτήθηκε τίποτα τελικά απο εσένα.

Είναι ώρα. Να σηκωθείς. Κι αν κανείς δε θέλει; Κι αν όλοι σε σπρώχνουν; Κι αν όλοι σε πετάνε κάτω πάλι; Δε σηκώνεσαι. Κατάλαβες; Ήρθε η ώρα να πετάξεις.

Για πόσα στη ζωή σου μπορείς να κάνεις χώρο; Μόνο για την αγάπη. Γι’ αυτή την ανόθευτη αγάπη που υπάρχει. Γι’αυτή που σε έμαθαν μικρό και απο τότε πέρασες όλη σου τη ζωή να την αναζητάς χωρίς να συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο. Υπάρχει;

Υπάρχει αυτό το ξημέρωμα που δεν θες να τελειώσει, που όλα μικραίνουν και μεγαλώνουν ανάλογα με το πόσο κοντά ή μακριά είσαι σε αυτό που θες, που όλα γίνονται μαύρα χωρίς και τόσο φωτεινά με. Που δεν έχει σημασία η ώρα, το μέρος, το στυλ, οι υποχρεώσεις, τα πρέπει, τα μη, οι κανόνες, οι συνήθειες. Μόνο αυτό που σε γεμίζει. Και γεμίζεις, ξεχειλίζεις και πνίγεσαι αλλά σε σώζει αυτός ο πνιγμός. Αλήθεια πόσο σε σώζει απο τις ανάσες που έπαιρνες απο συνήθεια.

Αυτή η ακατάπαυστη, ακατάληκτη, χειλικοέρπουσα ανάγκη σου που έκρυβες σε τραγούδια, διαθέσεις, όνειρα. Αυτό δεν είναι; Να ταξιδεύει η ψυχή σου, τα μέσα σου εκεί που κανείς άλλος δεν έχει πατήσει. Σε ένα μυαλό αχαρτογράφητο. Σε μια αγκαλιά ανεξερεύνητη. Σε κάτι που ποτέ δεν ήταν δικό σου αλλά το νιώθεις πιο δικό σου απο ποτέ. Παίζει παιχνίδια το μυαλό; Παίζει. Ας παίξει το δικό του σκοπό κι ας παίξω εγώ τον δικό μου. Ας παίξουν μαζί σου όλες οι γαμημένες δυνάμεις του κόσμου. Εσύ είσαι πιο δυνατός. Ποιος μπορεί να νοιαστεί γιατί είσαι διαφορετικός και να αφήσει στο πλάι τον εγωισμό που θρέφει απο παιδί. Ποιος στο τέλος της ημέρας μπορεί να καταλάβει και να διαβάζει τις σιωπές. Χαίρεσαι. Λυπάσαι. Σε θλίβει ο κόσμος. Που σπρώχνει ένα μαχαίρι πάνω σου σε κάθε ευκαιρία. Αν δεν είσαι έτσι, αν δεν μιλάς έτσι, αν δεν ντύνεσαι έτσι, αν δεν ζεις έτσι, αν δεν αντέχεις έτσι, αν δεν όλα έτσι. Βλέπεις ένα ζώο χωρίς νερό. Το παίρνεις μαζί σου. Ελεύθερος μαζί σου αλλά αγαπημένος. Έτσι.

Πόσα παραπάνω μπορείς να χάσεις απο εσένα; Τίποτα. Πόσο πιο πολύ να κρυφτείς απο αυτά που κάνουν την καρδιά σου να χτυπάει. Παίζεις κρυφτό με εσένα. Εσύ τα φυλάς. Εσύ σε βρίσκεις. Και πάμε πάλι. Πόσες φορές; Ξέρεις. Δεν είναι που ζηλεύεις που δεν είσαι κάπου μια στιγμή στο χρόνο. Είναι που είσαι εκεί ακριβώς γιατί χτυπά η καρδιά σου. Κι ας μη μπορείς να δεις χαμόγελα. Ας μη μπορείς να ζηλέψεις τον αέρα που κάποιος αναπνέει. Κάνε ένα βήμα πιο πέρα και μοιραστείτε τον.

Και μέσα σου θα διαβάζεις εκείνες τις γραμμές τις αλλοτινά τόσο ξένες “..έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά. Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο, να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος. Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο, να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω. Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου, για να μάθεις πια να μην κλωτσάς..”. Και κανείς δε θα καταλάβει. Και τι έγινε; Και ποιος ποτέ βυθίστηκε σε αυτές τις σκέψεις σου τις τόσο βρώμικα καθάριες, τις ακατανόητα δυσβάσταχτες εκείνες τις μεγάλες ώρες της νύχτας;

Κι αν παραφράσουμε το δημιουργό θα φώναζαν τα πάντα γύρω  “Και τι δεν κάνανε για να μας θάψετε αλλά ξεχάσατε πως εμείς μαζί ήμαστε σπόρος”. Και με αλήθεια και κουράγιο και με αγάπη όλα αλλάζουν. Γιατί είναι σπόρος. Πάτα τον και θα φυτρώσει παραδίπλα. Αλλιώς δε ζούμε τίποτα παρα μόνο συγκυρίες.

Κλείσε τα μάτια. Και έχεις ένα κενό. Και φυσάει ένας λίβας που φέρνει στο άρρωστα μοναχικό, ελεύθερο μυαλό σου μια σκέψη. Σε γεμίζει. Σαν ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά σου που ψάχνει το στήθος σου να τραφεί. Να γεμίσει. Να χορτάσει. Και σε λίγο ξανά πάλι. Σε χρειάζεται. Για να μεγαλώσει. Και είσαι εκεί να υπομείνεις ό,τι χρειάζεται γιατί γίνονται μαζί όλα πιο ωραία. Γιατί μαζί με αυτό μεγαλώνεις κι εσύ ξανά. Και τελικά πρόσεξες αν φυσάει ακόμα ή απλά έκλεισε το κενό;

Και μπορείς να αναπνέεις βαθιά ως τη στιγμή που θα ακούσεις να λέω σε βρήκα. Με βρήκα. Δεν φέρω τίποτα στην πλάτη μου αλλά είμαι εδώ. Δεν έχω να χαρίσω γιατί τα έδωσα όλα. Τα ξόδεψα όλα για να φτάσω ως εδώ. Δεν πιστεύω σε τίποτα παρά μόνο σε εμάς. Να μη μετανιώνεις για τίποτα. Να μη λυπάσαι για τίποτα. Πες πως είσαι ένας άνθρωπος όπως όλοι. Μέχρι που θα με ακούσεις να σου ψιθυρίζω. Δεν είμαι τέλεια, δεν είμαι διαφορετική, δεν είμαι καλύτερη, δεν είμαι ξεχωριστή, δεν είμαι όμορφη, δεν είμαι έξυπνη, δεν είμαι χαρισματική. Αλλά είμαι στην πόρτα σου ξυπόλητη και βρώμικη και χρησιμοποιημένη και με σκυμμένο κεφάλι και νυστάζω. Και δε θα έχεις δει τίποτα πιο αποκρουστικό στη ζωή σου να σου λέει πάρε με αγκαλιά. Κι αν δεις μέσα μου και καταλάβεις θα ξεκινήσουν όλα εκεί. Γιατί έλειπαν καιρό. Κι εγώ θα δώσω σε εμάς κάθε ευκαιρία που δεν μου και δεν σου έδωσε ποτέ κανείς στη ζωή. Και μέτρια θα ξεκινήσουμε για το πιο μεγάλο φινάλε. Ήσυχα μα εκκωφαντικά. Ανάποδα μα φανταστικά. Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Μη φανταστείς τίποτα. Όλα είναι εδώ.

Να τα γκρεμίσουμε. Να τα φτιάξουμε απο την αρχή. Χωρίς εγώ χωρίς εσύ, χωρίς το πριν, χωρίς γιατί, χωρίς μετά, χωρίς αν, χωρίς τίποτα. Και πως το λένε αυτό σου έμαθε κανείς;

Απλά ζωή.

 

Rethimno

Photo: By me, Rethimno, Crete. Summer Dawn

*Ντίνος Χριστιανόπουλος, Με κατάνυξη – Ανυπεράσπιστος καημός (1960)