Υπάρχει ένα μέρος

Υπάρχει ένα μέρος που κανείς δεν ξέρει. Πολλοί θα μπορέσουν να σε δουν, να με δουν, να πουν, να σχολιάσουν, να προσπαθήσουν να καταλάβουν. Αλλά θα υπάρχει πάντα ένα μέρος που κανείς δε θα μπορέσει να φτάσει. Εκεί που εγώ κι εσύ συναντιώμαστε. Εκείνο το μέρος που καθόμαστε και ξαπλώνουμε κάτω απο ένα δέντρο, που δεν υπάρχει κανείς, που τίποτα δεν φοβίζει κανέναν.

Ένα μέρος που δεν είναι μακριά. Δεν είναι πιο μακριά απο τη σκέψη μας. Ένα μέρος που δεν φωνάζει κανείς. Που δεν σε αγγίζει κανείς. Που δεν με αγγίζει κανείς. Που δεν μας αγγίζει τίποτα. Ένα μέρος που αφήνουμε τα λάθη πίσω μας. Ένα μέρος που του δίνουμε ζωή κάθε φορά που ενώνουμε τα δάχτυλά μας και τραβά γλυκά ο ένας τον άλλο.

Πότε ο ένας, πότε ο άλλος μπροστά προχωράμε χωρίς να ξέρουμε τι έρχεται. Αλλά ότι και να έρθει ποιος το λογαριάζει; Αφού μαζί μπορούσαμε μέσα στην καρδιά μας τα πάντα. Κι ας έμοιαζαν στους άλλους με έναν σωρό απο τίποτα και μπόλικο καθόλου.

Υπάρχει ένα μέρος που εγώ και εσύ παίζουμε κάτω απο τον ήλιο, σαν παιδιά ενός έρωτα που εμείς γεννήσαμε, εμείς μεγαλώσαμε, εμείς σπρώξαμε στη ζωή. Υπάρχει ένα μέρος που το εσύ είμαι εγώ και εγώ είμαι εσύ. Που πέφτουν όλες οι άμυνες, οι διαχωριστικές γραμμές, που δυναμώνουν τα γέλια, που φωνάζουν οι σιωπές, που σιωπούν οι λέξεις.

Και όταν θα βρέχει, κι όταν όλα θα σκοτεινιάζουν θα υπάρχει ένα μέρος που εγώ πάντα θα σε περιμένω. Γιατί μόνο εκεί όλα μπορούν να σε ησυχάσουν, να σε παρηγορήσουν γλυκά, να σε κοιμήσουν στην αγκαλιά τους, να σε νανουρίσουν. Να μη μου φοβάσαι, να μη σε παίρνουν άσχημα όνειρα μακριά, να είσαι ασφαλής. Και τις μέρες που θα είναι όλα γύρω άδεια, που δεν θα έχεις απο που να πιαστείς, που δεν θα ξέρεις γιατί, που δεν θα ανήκεις πουθενά θα υπάρχει ένα μέρος που ήσουνα πάντα.

Μέσα μου.

Against all odds

Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Και είναι τόσοι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι γύρω σου αλλά μοιάζουν τόσο αδιανόητα ίδιοι. Σου μιλάνε και δεν ακούς. Σε κοιτούν μα δε βλέπεις. Μερικοί γεννήθηκαν για να βλέπουν μόνο ό,τι εκείνοι θέλουν. Για να ακούν όσα έχουν σημασία. Όλα τα άλλα βάλε τα σε μια γωνία, πέτα τα, ξεφορτώσου τα. Περιττά λόγια, άνθρωποι μισοί, ψυχές ημίαιμες. Αλητεύεις μέσα στο ίδιο σου το μυαλό. Θυμάσαι. Ποιος είσαι. Απο που έρχεσαι. Τι πέρασες για να φτάσεις εδώ. Σημείο μηδέν. Κι όμως κανείς δεν βλέπει. Κανείς δεν ακούει. Φωνάζεις μέσα σου έτσι δεν είναι; Ουρλιάζεις χαμογελώντας σε μεσοαστικές εκδηλώσεις χαράς. Που έχωσες τον διάολο που νταντεύεις τόσο καιρό;

Μυτερά γέλια και συνειδήσεις χωρίς ξεκάθαρη πρόθεση. Πότε ξέχασαν όλοι να ζούνε γι’αυτό που ονειρεύτηκαν; Ή μήπως κάποιοι δεν έφτασαν ποτέ εκεί; Και πόσες συμπαντικές συναστρίες ζευγάρωσαν σα ζώα πάνω απο το κεφάλι σου για να φτάσω εδώ. Μπροστά σου. Με ακούς; Είμαι η δική σου φωνή. Είμαι η δική σου ιστορία. Είμαι αυτό που επέλεξες να γίνεις. Είμαι η σκέψη μέσα στην τελευταία τζούρα πριν πετάξεις το τσιγάρο.

Αντέχεις; Να περάσεις μέσα απο σκοτάδια και δράκους. Να καταλαγιάσεις φοβίες και τρέμουλα. Να τα δεις όλα καθαρά και να τρέξεις. Να μη χάσεις τίποτα για εσένα απο εδώ και πέρα. Να θυσιάσεις χωρίς να θυσιαστείς. Να ανακαλύψεις ξανά όλα αυτά που σε έκαναν να χαμογελάς.

-Ξέχασες; Να πιστεύεις.

-Ξέχασα. Να πιστεύω.

-Και τώρα;

-Τώρα τι;

-Τι μένει τώρα;

Ότι και να μένει ξεκινά εδώ. Πόσο λίγο μπορεί να είναι αν κρατήσει για πάντα; Πόσο κακό να είναι αυτό που το νιώθεις πιο σωστό απο όλα τα άλλα.

Οι άλλοι; Χαμηλώνεις το βλέμμα, κοιτάς πίσω, πόσες αγκαλιές, πόσα λόγια, μια ζωή ολόκληρη, φίλοι, σύντροφοι, γνωστοί. Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Και κάπου εκεί υπάρχει κάτι για εσένα. Κάτι που μοιάζει με όλα τα άλλα μα είναι για εσένα. Το νιώθεις; Το βλέπεις; Το ακούς; Το ξεχωρίζεις. Στάσου μπροστά του. Μη φοβάσαι. Αν δεν είναι για εσένα θα προσπεράσει όπως τόσα. Αν δεν αντέξει θα είναι γιατί δεν γεννήθηκε για να αντέξει τον κόσμο σου. Γιατί ποτέ δε θα μπορέσει να γίνει ο κόσμος σου.

Δε φταίνε οι άλλοι που δεν αντέχουν. Φταις εσύ που πας ως το τέλος. Ανάποδα. Πάντα ανάποδα. Και πόσο το πληρώνεις αυτό. Κάθε μέρα που το γέλιο σου κρύβει αδιαφορία. Κάθε πρωί που ξυπνάς δίπλα σε σώματα κρύα. Κάθε φορά που αναβάλλεις εσένα.

Και πόσοι αλήθεια κατάλαβαν ποτέ; Πόσοι μείνανε τελικά για να δούνε; Πόσο νωχελικά μπορείς να σπρώχνεις μια ζωή να μεγαλώσει. Πόσες εξαρτήσεις έβαλες στη ζωή σου και δεν εξαρτήθηκε τίποτα τελικά απο εσένα.

Είναι ώρα. Να σηκωθείς. Κι αν κανείς δε θέλει; Κι αν όλοι σε σπρώχνουν; Κι αν όλοι σε πετάνε κάτω πάλι; Δε σηκώνεσαι. Κατάλαβες; Ήρθε η ώρα να πετάξεις.

Για πόσα στη ζωή σου μπορείς να κάνεις χώρο; Μόνο για την αγάπη. Γι’ αυτή την ανόθευτη αγάπη που υπάρχει. Γι’αυτή που σε έμαθαν μικρό και απο τότε πέρασες όλη σου τη ζωή να την αναζητάς χωρίς να συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο. Υπάρχει;

Υπάρχει αυτό το ξημέρωμα που δεν θες να τελειώσει, που όλα μικραίνουν και μεγαλώνουν ανάλογα με το πόσο κοντά ή μακριά είσαι σε αυτό που θες, που όλα γίνονται μαύρα χωρίς και τόσο φωτεινά με. Που δεν έχει σημασία η ώρα, το μέρος, το στυλ, οι υποχρεώσεις, τα πρέπει, τα μη, οι κανόνες, οι συνήθειες. Μόνο αυτό που σε γεμίζει. Και γεμίζεις, ξεχειλίζεις και πνίγεσαι αλλά σε σώζει αυτός ο πνιγμός. Αλήθεια πόσο σε σώζει απο τις ανάσες που έπαιρνες απο συνήθεια.

Αυτή η ακατάπαυστη, ακατάληκτη, χειλικοέρπουσα ανάγκη σου που έκρυβες σε τραγούδια, διαθέσεις, όνειρα. Αυτό δεν είναι; Να ταξιδεύει η ψυχή σου, τα μέσα σου εκεί που κανείς άλλος δεν έχει πατήσει. Σε ένα μυαλό αχαρτογράφητο. Σε μια αγκαλιά ανεξερεύνητη. Σε κάτι που ποτέ δεν ήταν δικό σου αλλά το νιώθεις πιο δικό σου απο ποτέ. Παίζει παιχνίδια το μυαλό; Παίζει. Ας παίξει το δικό του σκοπό κι ας παίξω εγώ τον δικό μου. Ας παίξουν μαζί σου όλες οι γαμημένες δυνάμεις του κόσμου. Εσύ είσαι πιο δυνατός. Ποιος μπορεί να νοιαστεί γιατί είσαι διαφορετικός και να αφήσει στο πλάι τον εγωισμό που θρέφει απο παιδί. Ποιος στο τέλος της ημέρας μπορεί να καταλάβει και να διαβάζει τις σιωπές. Χαίρεσαι. Λυπάσαι. Σε θλίβει ο κόσμος. Που σπρώχνει ένα μαχαίρι πάνω σου σε κάθε ευκαιρία. Αν δεν είσαι έτσι, αν δεν μιλάς έτσι, αν δεν ντύνεσαι έτσι, αν δεν ζεις έτσι, αν δεν αντέχεις έτσι, αν δεν όλα έτσι. Βλέπεις ένα ζώο χωρίς νερό. Το παίρνεις μαζί σου. Ελεύθερος μαζί σου αλλά αγαπημένος. Έτσι.

Πόσα παραπάνω μπορείς να χάσεις απο εσένα; Τίποτα. Πόσο πιο πολύ να κρυφτείς απο αυτά που κάνουν την καρδιά σου να χτυπάει. Παίζεις κρυφτό με εσένα. Εσύ τα φυλάς. Εσύ σε βρίσκεις. Και πάμε πάλι. Πόσες φορές; Ξέρεις. Δεν είναι που ζηλεύεις που δεν είσαι κάπου μια στιγμή στο χρόνο. Είναι που είσαι εκεί ακριβώς γιατί χτυπά η καρδιά σου. Κι ας μη μπορείς να δεις χαμόγελα. Ας μη μπορείς να ζηλέψεις τον αέρα που κάποιος αναπνέει. Κάνε ένα βήμα πιο πέρα και μοιραστείτε τον.

Και μέσα σου θα διαβάζεις εκείνες τις γραμμές τις αλλοτινά τόσο ξένες “..έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά. Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο, να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος. Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο, να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω. Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου, για να μάθεις πια να μην κλωτσάς..”. Και κανείς δε θα καταλάβει. Και τι έγινε; Και ποιος ποτέ βυθίστηκε σε αυτές τις σκέψεις σου τις τόσο βρώμικα καθάριες, τις ακατανόητα δυσβάσταχτες εκείνες τις μεγάλες ώρες της νύχτας;

Κι αν παραφράσουμε το δημιουργό θα φώναζαν τα πάντα γύρω  “Και τι δεν κάνανε για να μας θάψετε αλλά ξεχάσατε πως εμείς μαζί ήμαστε σπόρος”. Και με αλήθεια και κουράγιο και με αγάπη όλα αλλάζουν. Γιατί είναι σπόρος. Πάτα τον και θα φυτρώσει παραδίπλα. Αλλιώς δε ζούμε τίποτα παρα μόνο συγκυρίες.

Κλείσε τα μάτια. Και έχεις ένα κενό. Και φυσάει ένας λίβας που φέρνει στο άρρωστα μοναχικό, ελεύθερο μυαλό σου μια σκέψη. Σε γεμίζει. Σαν ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά σου που ψάχνει το στήθος σου να τραφεί. Να γεμίσει. Να χορτάσει. Και σε λίγο ξανά πάλι. Σε χρειάζεται. Για να μεγαλώσει. Και είσαι εκεί να υπομείνεις ό,τι χρειάζεται γιατί γίνονται μαζί όλα πιο ωραία. Γιατί μαζί με αυτό μεγαλώνεις κι εσύ ξανά. Και τελικά πρόσεξες αν φυσάει ακόμα ή απλά έκλεισε το κενό;

Και μπορείς να αναπνέεις βαθιά ως τη στιγμή που θα ακούσεις να λέω σε βρήκα. Με βρήκα. Δεν φέρω τίποτα στην πλάτη μου αλλά είμαι εδώ. Δεν έχω να χαρίσω γιατί τα έδωσα όλα. Τα ξόδεψα όλα για να φτάσω ως εδώ. Δεν πιστεύω σε τίποτα παρά μόνο σε εμάς. Να μη μετανιώνεις για τίποτα. Να μη λυπάσαι για τίποτα. Πες πως είσαι ένας άνθρωπος όπως όλοι. Μέχρι που θα με ακούσεις να σου ψιθυρίζω. Δεν είμαι τέλεια, δεν είμαι διαφορετική, δεν είμαι καλύτερη, δεν είμαι ξεχωριστή, δεν είμαι όμορφη, δεν είμαι έξυπνη, δεν είμαι χαρισματική. Αλλά είμαι στην πόρτα σου ξυπόλητη και βρώμικη και χρησιμοποιημένη και με σκυμμένο κεφάλι και νυστάζω. Και δε θα έχεις δει τίποτα πιο αποκρουστικό στη ζωή σου να σου λέει πάρε με αγκαλιά. Κι αν δεις μέσα μου και καταλάβεις θα ξεκινήσουν όλα εκεί. Γιατί έλειπαν καιρό. Κι εγώ θα δώσω σε εμάς κάθε ευκαιρία που δεν μου και δεν σου έδωσε ποτέ κανείς στη ζωή. Και μέτρια θα ξεκινήσουμε για το πιο μεγάλο φινάλε. Ήσυχα μα εκκωφαντικά. Ανάποδα μα φανταστικά. Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Μη φανταστείς τίποτα. Όλα είναι εδώ.

Να τα γκρεμίσουμε. Να τα φτιάξουμε απο την αρχή. Χωρίς εγώ χωρίς εσύ, χωρίς το πριν, χωρίς γιατί, χωρίς μετά, χωρίς αν, χωρίς τίποτα. Και πως το λένε αυτό σου έμαθε κανείς;

Απλά ζωή.

 

Rethimno

Photo: By me, Rethimno, Crete. Summer Dawn

*Ντίνος Χριστιανόπουλος, Με κατάνυξη – Ανυπεράσπιστος καημός (1960)

Ταξίδι στους Παξούς

Λάκκα, Παξοί

Intro

Οι γραμμές που ακολουθούν γράφονται ένα απόγευμα σαν όλα τα άλλα. Αυτό που αλλάζει,ίσως, είναι η οπτική. Σίγουρα διαφέρει η έμπνευση. Έρχεται από έξω προς τα μέσα. Ιδιαίτερο. Κρίμα να μη καταγραφεί σε μερικά κατάστιχα.

Οι Παξοί. Το νησί του Ποσειδώνα που δημιουργήθηκε όταν χτύπησε με δύναμη την τρίαινά του στο πιο νότιο σημείο της Κέρκυρας. Ήθελε να δημιουργήσει ένα νησί για να κατοικήσει με την ερωμένη του, Αμφιτρίτη. Έτσι μπορούν να πιστεύουν οι της μυθολογίας. Κι εμένα με εξυπηρετεί αυτό. Μου αρέσει να σκέφτομαι πράγματα για τα οποία δεν θα πάρω απάντηση ποτέ. Μου αφήνουν όλο το περιθώριο που χρειάζομαι, εκείνο το άπλετο, για να φανταστώ ό,τι θέλω εγώ. Ακριβό αλλά ανεκτίμητο να μη μπαίνει φρένο στη φαντασία.

Στην μετά τον 14ο αιώνα ιστορία τους (έχω κάνει το διάβασμά μου) οι Παξοί είναι ολοφάνερο πως έχουν σμιλέψει αρχιτεκτονική, κουλτούρα, χαρακτήρα και ιστορία μέσα από ένα σμήνος ποικίλων κατακτητών. Πολεμούσαν με πειρατές πριν την κατάκτηση των Επτανήσων από τους Ενετούς. Την πρώτη φορά που θα σταθείς, λοιπόν, στη Λάκκα, το πιο βορινό μέρος του νησιού και αντικρύσεις το κλειστό λιμάνι μπορείς να φανταστείς, όπως κι εγώ, πολλά.

Πειρατικά καράβια γεμάτα μέθυσους και επίδοξους, ξεδοντιάρηδες βιαστές να γεμίζουν μπαρούτι τα κανόνια των πλοίων τους με σκοπό την άμεση απόβαση και την υποταγή. Το λιμάνι σκοτεινιάζει. Τα καπηλιά της εποχής σερβίρουν ξινό κρασί και ένας αλλοτινός Μπαρμπαρόσα περπατά μισομεθυσμένος και ημίτυφλος στην παλιά προβλήτα κρατώντας μια κανάτα πριν πέσει στο νερό. Αν κάνεις ησυχία σου ορκίζομαι πως άκουσα δα και τον ήχο που έκανε σα συνάντησε το νερό.

Μετά ήρθαν οι Ενετοί. Εκεί, στο άλλοτε κάστρο του Διαλετού μπορείς να φανταστείς την καστανομαλλούσα Κατερίνα να δίνει κρυφά ραντεβού με τον Ιταλό έρωτά της κάθε μέρα. Και όταν ήρθε η άνοιξη εκεί, σιμά στα “λουτρουβιά” (ελαιοτριβεία), η ψυχοκόρη ξαπλώθηκε κατάχαμα. Δε ντράπηκε να σηκώσει τα φουστάνια της και του χάρισε ό,τι πιο πολύτιμο έκρυβε ανάμεσα στα στρουμπουλά της μπουτάκια. Τους κρεμάσαν και τους δυό.

Οι Δημοκρατικοί Γάλλοι που ακολούθησαν είχαν τρόπους. Έτσι μας αρέσει να σκεφτόμαστε. Έτσι μάθαμε να σκεφτόμαστε. Μην ακούσω για το τι λέει η ιστορία. Υπάρχει η δική μας και η δική τους. Δεν είναι Τούρκοι, λοιπόν. Είναι Γάλλοι οι επόμενοι. Θα ήσανε πιο amoureuse η κατοχή τους. Θα σε κατακτούσαν και με μια quiche lorraine δηλαδή ενώ σου απήγγειλαν έναν δικό τους ‘Δάντη’. Αλλά μην εφησυχάζουμε. Οι Παξοί δεν ησύχασαν εκεί. Πέρασαν από πάνω τους οι Ρωσότουρκοι, οι αυτοκρατορικοί Γάλλοι και η απελευθέρωση από τον Αγγλικό στρατό με ταγματάρχη τον Κολοκοτρώνη.

Εγώ με το νου τον φευγάτο σκέφτομαι πόσα κορμιά βιάστηκαν, πόσες σημαίες κατακτητών υψώθηκαν, πόσες μίξεις ηθελημένες και μη μας φέρανε εδώ, κι όμως οι λόφοι που πατήθηκαν από στρατό και ντόπιους και ξένους και παιδιά είναι οι ίδιοι. Γραμμένη πάνω τους είναι η ιστορία. Τα λιόδεντρα που χάμω τους κάνανε ραχάτι οι αντάρτες, οι τσιφλικάδες, οι βοσκοί τα άκουσαν όλα μα δεν είπαν λέξη.
Το 1864, περίπου 150 χρόνια πριν, λίγο πριν τους προπαππούδες μας, τα επτάνησα ενώθηκαν με την τότε Ελλάδα.

Κι έτσι σήμερα δεν χρειάζεσαι διαβατήριο για να έρθεις σε τούτο τον τόπο. Μόνο διάθεση για να εξερευνήσεις το άγνωστο και να δεις νέους κόσμους. Είσαι έτοιμος;

Το νησί.

Αφοπλιστικά καταπράσινο. Πως είναι οι Κυκλάδες; Καμία σχέση. Νερά λευκά και γαλάζια με απόχρωση ενός ελαφρύ σμαραγμένιου πράσινου. Μόλις πατήσεις το πόδι σου εδώ ξέχνα, λοιπόν, κάθε σίγουρη απάντηση που θα έδινες με αυτοπεποίθηση και κομπασμό στο ‘Ποιός θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;’ αν σε ρωτούσαν τι χρώμα έχει η θάλασσα. Μόλις έχασες. Εδώ δεν είναι μπλε.

Τα νησάκια γύρω από το Γάϊο, το κεντρικό λιμάνι των Παξών, σχηματίζουν τα πιο όμορφα φυσικά φιόρδ που έχεις δει. Γεμάτα τράτες, σκάφη, φουσκωτά, ιστιοπλοϊκά και θαλαμηγούς. Αλλά ήσυχοι όλοι. Μέσα στη χλίδα αυτή των μερικών, λες και το μέρος το επιτάσσει, μια ταπεινότητα απορρέει ακόμη κι απο αυτούς. Όποιος έχει ζήσει το ίδιο σκηνικό με τελείως διαφορετική διάσταση σε Saint-Tropez και Νίκαια ξέρει.

Εδώ υπάρχει κάτι παλιό. Σα να σταμάτησε ο χρόνος στην εποχή που τα σπίτια βάφονταν μόνο σε χρώμα ώχρας, παστέλ ροζ και γαλάζιου. Που οι κυράδες βγάζαν τα κοφίνια με τις μπουγάδες τους και άπλωναν περήφανες τ’ασπρόρουχα σε σκοινιά που ένωναν δύο αντικριστά κτίσματα. Εδώ, στο ίδιο σημείο ξέρεις πως είναι χρόνια η ίδια βουκαμβίλια (που εγώ βοκαμπίλια την έμαθα αλλά ένας ποιητής με διέψευσε). Τα ίδια λουλούδια στις εσωτερικές αυλές και τα γραφικά στενάκια και καλντερίμια του νησιού. Όλα μάρτυρες από παιδικά ποδοβολητά, ερωτικά στριμώγματα τις πρώτες ώρες της αυγής σε κρύους τοίχους και όσα άλλα βάζεις με το νου.

Στέκομαι να φωτογραφήσω έναν πιτσιρικά που έκανε σαματά και τον έβαλε η μάνα του τιμωρία στην άσπρη καρέκλα του γύφτου να κοιτάζει τους άλλους που παίζουν ακόμη. Απαρηγόρητος. Αλλά απτόητος. Συνεχίζει να δίνει οδηγίες ακόμη και καθιστός. Και τον ακούν. Τον υπακούν οι υπόλοιποι. Κάπως έτσι είναι πάντα οι αρχηγοί, σκέφτομαι. Δε χρειάζεται να είναι οι πιο επιβλητικοί, οι πιο δυνατοί, οι πιο προφανείς. Αρκεί να το λέει κάτι μέσα τους να οδηγούν, να ανοίγουν δρόμους σε στεριές, θάλασσες ή σκέψεις και οι άλλοι απλά ακολουθούν.

Καταπίνω το λίγο σάλιο που μου άφησε μια πολύ φευγαλέα σκέψη που έφερε ο νους και κατευθύνομαι προς την κεντρική πλατεία με την εκκλησία. Η φωτογραφία θα βγει αλλά πρέπει να διαλέξω φόντο. Ή τη θεία που καθαρίζει με την τεχνητή οδοντοστοιχία τον πασατέμπο σε χρόνο d-t στην καρέκλα παραδίπλα ή το ζευγαράκι  που έχει μπαστακωθεί στο κέντρο του πλάνου και φιλιέται. Το ζευγαράκι λοιπόν. Είμαστε ρομαντικές και ευαίσθητες ψυχές. Άλλωστε, χωρίς τον έρωτα πως..; Μου λες;

-Να σε κεράσω έναν καφέ πριγκιπέσσα μου.

Γυρνάω. Βρίσκω ανάμεσα στον κόσμο απέναντι σε ένα γραφικό καφέ κάτω από βουκαμβίλιες έναν παππού. Κοιτάζω πίσω να δω που μιλά.

-Ναι, εσένα λέω τζιέρι μ΄. Έλα, το μαγαζί δικό μας είναι.

Κάνω νόημα στην παρέα που με συνοδεύει να συνεχίσει, θα βρεθούμε πιο μετά. Πλησιάζω. Με βάζει να κάτσω ο κυρ-Γιώργης, παλιός καφετζής που είχε και καίκι. Τώρα έχει η εγγόνα του τον παλιό του καφενέ και όποια του γυαλίσει την κερνά καφέ κι ένα λουκούμι. Συνομωτικά εξομολογείται πως το λουκούμι είναι αγοραστό αλλά ο καφές έχει καϊμάκι που εκείνος το εφηύρε.

Μεταξύ άλλων διευκρινιστικών σχετικά με το απο που κρατά η σκούφια μου, αν δουλεύω, αν έχω παιδιά, αν έχω ξανάρθει στο νησί κ.λπ. διεξήχθη ο παρακάτω διάλογος..

-Σε βλέπω πέρα δώθε από χθες σιωπηλή με το ματσούκι στο χέρι, φωτογραφίες βγάζεις δα;
-Ναι, μου αρέσουν πολύ. Για να θυμάμαι.
-Καλά κάνεις.
Σιωπή. Με κοιτά. Ξεμακραίνει το βλέμμα. Σα να ζυγίζει τη στιγμή. Σα να..

-Αλλά τις στιγμές που όντως ζεις όσα χρόνια κι αν περάσουν θα τις έχεις μέσα σου. Άκου με. Εμένα τον γέρο. Δε θυμάμαι πόσα καίκια πήγα κι έφερα στη ζωή μου με κόσμο στο νησί αλλά αυτό που είχε μέσα τη γυναίκα μου, σαν σπάσαν τα νερά της, για να την πάω απέναντι δεν το ξεχνώ. Που χίλια ρημάδια εγκεφαλικά κι εμφράγματα να πάθω. Δεν ξεχνά η καρδιά και δεν αφήνει και το μυαλό να σβήσει τις θύμησές της.

Χίλια κομμάτια είναι λίγα. Θες ένα εκατομμύριο; Λίγα. Θες να πεις άπειρο να είσαι μέσα; Πες το. Εκεί με κατατρόπωσε. Με τεμάχισε, με αποδόμησε, με έκανε τροφή για καρχαρίες και με πέταξε στα βράχια σα χταπόδι.

Αποκαμωμένη έκλεισα το κλείστρο στην αγαπημένη μου και συνέχισα βουβή. Δεν έχω λόγια. Μόνο ένα επίμονο τσίγκλισμα στο πίσω μέρος του μυαλού.

Ο κόσμος.

Το νησί σε κάνει δικό του με το που ξεπροβάλλει στον ορίζοντα. Αν δεν χαλαρώσεις, αν δεν αισθανθείς την αύρα του καλύτερα να γυρίσεις πίσω. Αν οι καλύτερες διακοπές που έχεις κάνει ήταν αυτές στη Μύκονο που κόλλησες μυκητίαση στην πισίνα του Super Paradise, αλλά ήσουν στη Μύκονο, τότε το νησί δεν είναι για εσένα. Εδώ είναι το άλλο. Το απ’ αλλού φερμένο που λέει και ο ποιητής μας. Είναι ο τόπος που έρχεσαι και δίνεις καταφύγιο στις σκέψεις. Σε παύεις.

Κοντεύει Δεκαπενταύγουστος. Της Παναγίας. Εμένα δε με σώζει τίποτα. Τι έλεγα; Α, ναι. Είναι η πιο υψηλή σεζόν. Κι όμως έχει όσους του πρέπει το νησί. Τόσους ώστε να βρίσκεις θέση σε όποια παραλία θες με αρκετή απόσταση από τους επόμενους και πάντα ένα γεμάτο χαμόγελο να σε καλωσορίζει όπου κι αν βρεθείς.

Στο Μαναδένδρι, μια κρυμμένη παραλία με τα πιο όμορφα λευκά βότσαλα γνώρισα τη Μιρέλλα. Δεν ήταν ποτέ δύσκολο να γνωρίζω κόσμο. Λίγο χαμόγελο και καλή διάθεση.  Δουλεύει στο beach bar και έρχεται τρία καλοκαίρια τώρα. Μιλάει τρεις γλώσσες αλλά όχι ελληνικά. Μόνο γκλυκός, μέτριοζ και εντάξει. Είναι κουκλάρα. Από τη Ρουμανία. Κυκλοφορεί με το λευκό μαγιό της να πάρει παραγγελίες και σπέρνει άθελα εγκεφαλικά σε κάθε ελληνίδα που κάθεται δίπλα στο γκόμενο. Συγγνώμη. Δίπλα στη σχέση της. Το διασκεδάζω.

Βρίσκω μια ψάθινη ομπρέλα στην είσοδο σχεδόν μιας σπηλιάς και καθόμαστε. Έχω ότι χρειάζομαι. Τη μηχανή, το καινούριο μου βιβλίο, δύο καπέλα και αντιηλιακό. Στην πρώτη βουτιά στα τυρκουάζ νερά αν μείνεις ώρα κάτω από το νερό και έχει υπόγεια ρεύματα ακούς το σύρσιμο που κάνουν τα βότσαλα από την τριβή τους.

Νομίζω πως πιο αστείο θέαμα ήταν όσοι προσπαθούσαμε να βγούμε από τη θάλασσα και να μην πέσουμε πάνω στα βότσαλα. Κάθησα να διαβάζω το  βιβλίο μου. Καταραμένο ipad. Το καλοκαίρι θες τις σελίδες να μυρίζουν θάλασσα κι ας λερώνονται και λίγο. Σου αρέσει να κρατάς βάρος. Ειδικό βάρος. Αλλά η τεχνολογία έφερε κοντά μου σε 5 δεύτερα τον πολυπόθητο τίτλο που δεν έβρισκα αλλού. Η Μιρέλλα θέλει να μάθει τι διαβάζω. Της λέω με χαμόγελο ‘κάτι καταραμένο’. Με ρωτάει αν είναι θρίλερ και με πιάνουν τα γέλια. Που να σου εξηγώ και τι να σου πω κορίτσι γλυκό..Με το ζόρι κατάλαβες τι καφέ θέλω.

Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά όλοι σε κάνουν να νιώθεις παντού δικός τους άνθρωπος. Όχι με προσπάθεια ή πλουμιστά, ψεύτικα χαμόγελα. Με καλοσύνη. Ακόμα και στην κούραση με καλοσύνη. Το εκτιμώ. Αυτές τις ημέρες δεν χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο από κατανόηση.

Όποιος λόγος κι αν σε έχει φέρει στο νησί αυτό που έχει σημασία είναι πως αν αφεθείς θα γίνεις ένα μ’ αυτό και όσα κουβαλά. Αν ήρθες ερωτευμένο πιτσουνάκι ετοιμάσου να αποκτήσεις ερωμένη. Αυτή τη μαγεία που έχει μια σπιθαμή νησί. Αν όχι έχεις όλο το περιθώριο να αυτοσχεδιάσεις.

Οι γεύσεις.

Για να μπορέσεις να έρθεις κοντά σε ένα τόπο φρόντισε να φέρεις τις λόξες σου στα δικά του μέτρα και σταθμά. Ξέχνα το πρόγραμμα και αμόλα να βρεις τι θα θυμάσαι εσύ και μόνο εσύ από εκεί. Παίξε, μύρισε, γεύσου, άγγιξε, πάρε, δώσε, κλείσε τα μάτια και απόλαυσε. Δε διαφέρει πολύ από το να κάνεις έρωτα. Αν ξέρεις να κάνεις κάπως έτσι δηλαδή.

Τέτοιες εμπειρίες να μαζεύεις. Μια τέτοια είχα σήμερα. Δεν ξέρω αν της κυνηγώ άθελα ή με βρίσκουνε. Δεν έχει σημασία. Στη Λάκκα, μετά το μπάνιο στο Χαράμι ή αλλιώς την Καραϊβική της Ελλάδας. Ήθελα να φάω ψάρι. Θα μπορούσα να ζω με ψάρι όσο κι αν αγαπώ το κρέας. Μου είπαν να πάω στου Άκη το bar. Μου έκανε εντύπωση που με έστειλαν σε bar για ψάρι. Μέχρι που έφτασα. Ένα fishbar με όλη τη σημασία της λέξης που όμοιό του έχω συναντήσει μόνο σε μέρη όπως το Saint-Maxime ως τώρα. Με ένα υπέροχο, ξύλινο deck πάνω στη θάλασσα και μια κούνια είκοσι εκατοστά από το νερό. Αυτή η κούνια με ταξίδεψε όσο καθόμουν πάνω της και σχεδόν στην άλλη άκρη της ηπείρου. Οι τιμές λογικές και ο Lorenzo από τη Φλωρεντία με τον Άκη απλά ζωγραφίζουν στις κατσαρόλες και τα τηγάνια τους.

Το φαγητό είναι απόλαυση. Απο τις μεγαλύτερες που μπορούμε να βιώσουμε. Το καλό φαγητό όσο σχετικό και να είναι με βάση τις εμπειρίες και τα βιώματα του καθενός δεν παύει να δημιουργεί μαζί σου μια έξη σαν έρωτας αγιάτρευτος.

Θα καταλάβετε προς τι η προσομοίωση με την ερωτική πράξη. Ξεκινάμε με τα ορεκτικά. Απαραίτητα. Όχι αλόγιστα, όσα πρέπουν στη στιγμή. Όσα μπορούν να σου ανοίξουν ευχάριστα την όρεξη για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Για έναν χορό που θα ανοίξεις με αργά και μεθοδικά βήματα μέχρι να πέσεις κάτω από εξάντληση. Αν και λάτρης του carpaccio γαλαζόπτερου (τόνου) είπα να δώσω μια ευκαιρία στο carpaccio ξιφία που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ.

Ήταν η καλύτερη απόφαση που μπορούσα να πάρω. Σκέψου λεπτές φέτες, λίγο πιο παχιές από τσιγαρόχαρτο, καπνισμένες σε δρυ με μια ιδέα ελαιόλαδο, λεμόνι και πιπέρι. Για όσους με ξέρουν, ναι, είπα λεμόνι. Για όλα υπάρχει πρώτη φορά. Μια σταγόνα, μη φανταστείς.

Όλο αυτό στο στόμα σου σκάει σαν μπουκέτο από δροσερά φιλιά στο λαιμό όταν έχεις καεί από τον ήλιο και τα έχεις τόσο ανάγκη. Δεν το ήξερες μέχρι που το δοκίμασες. Να κλείνεις τα μάτια, να μασάς αργά και μεθοδικά, να γεύεσαι κάθε υγρασία από τη μπουκιά σου μέχρι να σε λυπηθείς και να καταπιείς κι ας έχει μείνει λιγότερο στο πιάτο απο πριν. Λίγο κρασί, λευκό. Πράσινη σαλάτα και μετά ξανά μαζί με την απόλαυση. Όταν δοκιμάζω τόσο ωραίες, νέες γεύσεις βιώνω ένα μικρό θάνατο για τη στιγμή που πέρασε. Το ξεπερνώ με την επόμενη απόλαυση.

Crespela. Ένα χειροποίητο ζυμαρικό γεμάτο με σπανάκι, σολωμό και sauce παρμεζάνας. Ηδονίζομαι και δεν ντρέπομαι καθόλου. Το φέρνω κοντά, το μυρίζω, αφήνω λίγη ώρα να φτάσει στην ιδανική θερμοκρασία, δεν το χάνω από τα μάτια μου όπως ο κυνηγός το θήραμα και όταν έρθει η στιγμή αργά και βασανιστικά το γεύομαι. Και ο ουρανίσκος αν είχε φωνή θα τραγουδούσε άριες εκείνη τη στιγμή. Είμαι ήσυχη. Δεν προκαλώ. Αλλά μέσα μου έχει στηθεί γιορτή.

Λίγο κρασί δεν ξεπλένει την αμαρτία που ζω την κολασμένη τούτη ώρα και δεν το θέλω κιόλας. Είμαι γεννημένη γι’ αυτήν. Έρχεται ένα μικρό σαργουδάκι cooked to perfection. Με χονδρό αλάτι Κυθήρων και ζουμερό. Έχουμε μπει στο κυρίως θέμα. Εκεί απλά τα δίνω όλα. Δεν υπάρχουν αναστολές, είναι απλά τα πράγματα. Τίποτα δεν πρέπει. Εκτός ελαχίστων. Που ‘πρέπουν’ για σένα. Αν δεν προσπεράσεις τις στιγμές.

Ο οργασμός ήρθε στο τέλος. Ξανά και ξανά και ξανά σαν ηλεκτρικό ρεύμα που σε χτυπά αλύπητα και γίνεσαι αγωγός της πιο έντονης πλεονεξίας. Μόλις ακούστηκε το κουταλάκι να σπάει την κρούστα της καμένης καστανής ζάχαρης άγαρμπα αλλά με τόση αγάπη πάνω σε μια creme brulee. Η βανίλια Μαδαγασκάρης να χαϊδεύει τη γλώσσα με λαχτάρα και να καταπίνεις με τόση ευχαρίστηση που λίγες φορές βιώνεις γαστριμαργικά. Για όσους ξέρουν να τρώνε.

Εμείς.

Και δεν χρειάζεται ούτε το πιο ακριβό εστιατόριο, ούτε τα πιο σπάνια υλικά. Αλλά φαντασία, καλά υλικά και αγάπη γι’αυτό που θα δημιουργήσεις και με αυτό θα ταίσεις τον άλλο. Όπως τα συναισθήματα. Αν τα προσέχαμε λίγο και δεν τα δίναμε σα μπριζόλα μισοκαμένη και λάστιχο στο διπλανό ίσως να μάθαινε να μασάει καλύτερα, να εκτιμά, να αναγνωρίζει τον κόπο μας και την προσπάθειά μας. Την αφοσίωσή μας στην απόλαυσή του.

Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από ένα πιάτο μακαρόνια που φτιάχνεις μέσα σε λίγα λεπτά και μοιράζεσαι από το ίδιο πιάτο και το ίδιο πηρούνι πάνω σε έναν καναπέ ή ένα κρεβάτι οκλαδόν με αυτούς που αγαπάς. Να τους ταίζεις όμορφα για να σβήσεις την επιθυμία τους. Να μη τους μπουκώνεις για να μην πνιγούν. Να τους δίνεις σιγά σιγά τροφή για το μυαλό και το σώμα. Έτσι δένεσαι. Κι ας φοβάσαι. Κι ας κρύβει κακοτοπιές ο δρόμος σου. Να μη φοβάσαι τίποτα. Κυρίως να νιώσεις. Αλλιώς δεν πας μπροστά. Αλλιώς δεν είσαι τίποτα κοντινό σε αυτό που θα μπορούσες να είσαι.

Οι Γάλλοι λένε amuse buche. Κάντε το ίδιο κι εσείς. Όπως το πρώτο φιλί που σκεφτόσουν και έρχεται καλύτερο από ό,τι κι αν είχες φανταστεί. Και τόσο πολλά υποσχόμενο για τη συνέχεια.

(may be continued..)

Επόμενη μέρα.

Ο εθισμός σου στη συνήθεια. Δεν τον παλεύεις αυτόν με τίποτα, σε ξεπερνά. Το να έχεις αυτές τις δικλείδες που σου δίνουν στιγμές μικρές επιβεβαίωσης και χαράς. Να νομίζεις πως ανοίγεις τα μάτια στον κόσμο όταν δεν κάνεις τίποτε άλλο από το να κλείνεσαι σε έναν παράδρομό του. Αδιέξοδο. Κάνε πίσω. Δώσε, μίλα, ξόδευε, χάριζε. Εγώ εδώ είμαι. Χάζευε, ζήτα, μαλακίσου, παίξε. Εγώ εκεί θα είμαι. Έτσι διάβασα σε ένα tweet. Για σένα; Μπορεί. Στη βροχή; Ναι. Θα με βρεις; Το θέλω. Συνέχεια, τόσο κοντά και τόσο μακριά. Do you recognise me? Κι αν ναι εσύ ποιος και που είσαι; http://www.youtube.com/watch?v=883yQqdOaLg

Κάθε φορά κάτι καινούριο. Κάτι αλλάζει κάθε φορά για να σε κρατά εκεί που κολλάς, να μη βαρεθείς. Πάντα κάτι θα βρίσκεις. Μέχρι να εξαντλείς τον εαυτό σου τόσο πολύ που δεν έχει μείνει χώρος για σκέψεις ή ενοχές. Τότε, απλά θα κοιμάσαι. Μόνος. Χωρίς το χέρι μου ν’ακουμπά σ’ ένα στήθος.

Περνάει ο χρόνος. Και όλα όσα σκέφτομαι καταλήγουν σε μένα. Σε ώρες ατελείωτες δουλειάς και αναζήτησης. Τώρα είναι η στιγμή. Όταν πιστεύεις σε όλα όσα μπορείς πιο πολύ από ποτέ. Και είσαι έτοιμος να μην κοιτάξεις πίσω. Γιατί οι άνθρωποι που σε εμπνέουν σε έμαθαν να είσαι ο υπέροχος εαυτός σου. Να μη χρειάζεσαι φτιασίδια και να μη λες πολλά με το στόμα αλλά με τις πράξεις. Κι όταν θες κάτι πολύ, ποιός χέζει το σύμπαν; Θα φέρεις τον κόσμο ανάποδα για να το πάρεις αγκαλιά και να το κρατήσεις εκεί κοντά σου, μέσα σου. Και τίποτε, τίποτε δεν θα έχει σημασία. Cause, I would be good… http://www.youtube.com/watch?v=ffdAz2tf-J4

Ξυπνάω. Ντους. Είναι τόσο προβλέψιμη η εικόνα μου να προσπαθώ να φορέσω τα ρούχα μου με την Oral B να κρέμεται από το στόμα μου που θα μπορούσε να είναι απλά το βιογραφικό μου. Νιώθεις καλά, τι βλακείες αναμόχλευες χθες; Thinking of the one that could understand you. Lately he just hangs out in my mind. Does he exist? What the fuck was I thinking? So many fucking people. So many incoming data crush within my brain. Το βάζω πίσω, μπορώ να παρκάρω και σκέψεις. Να μη σκέφτομαι πόσο ζεστό μπορεί να είναι ένα χέρι που θα κρατά το δικό μου έτσι όπως θέλω. Ζέστη, κρύο, βλέμματα και γέλια.

Όλα. http://www.youtube.com/watch?v=reMbyC4GHvQ

Image

This peculiar night of mine.

I am seating by myself thinking of how much work I have to deal with. I cannot even take a guess on how much time I need in order to do what’s expected here while performing (even) for the unexpected. Time is everything and it runs out. My mind is contineously escaping its designated path for the day and keeps running off to the dark.  I look out of the window and it suddenly hits me. There it is. There’s a full moon.  It keeps company to a light summer breeze. Light enough to keep your body temperature perfect. Not enough to keep your thoughts cold. I was always drawn by the dark. Sounds funny but nights are still my favourite part of the day. Nothing scares me at that point in time where everything turns black and blue.

I feel…invincible, yes that’s the word.

There is something about nights that makes me act so comfortable and natural. Most people cannot understand. Cannot even comprehend. I won’t try to convience anyone of the healing power that a night under the stars has. Nor of the most genuine smiles that it can give birth to. Just you in your hoodie, riding a car, tuning your radio, singing along with Violent Femmes’ known rhythm of blister in the sun, stepping on the accelerator pedal more and more. No need to be reckless, just breathe in that air hitting your face and feel, even for a second, reborn. Free. Think of nothing.

Being empty while feeling complete through this exact emptiness.

I like to look for things no one else matters about. Starring at balconies, looking inside at whatever can be seen from across the street. Trying to figure out a story. The story. The story that lies within those walls. I observe people, try to understand their weaknesses from just a glimpse. I hide my smile by turning my head quickly the other way so that my hair gets in the way. Don’t want anyone guessing what I am up to. People are so used to being mocked that even an innocent glance can turn them into animals. Who can ever see what I see in each one of them? There is light, there is sadness, there is joy and warmth.

A bittersweet assembly of all these pieces gives me the chance I’ ve been waiting for. Plot a story. How all these people I saw today could potentially get a chance to know each other. They can’t but I will make them. My story could begin with a girl on a bicycle hitting a bump on the road full of water and splashing head to toe a small child waiting by the street while grabbing mommy’s hand tightly. Its cry can be heard so loudly that a dog comes by and starts licking the boy’s face. Mommy has a breakdown while trying to make the animal go away. Passers by have stopped and regard the scene, most of them laughing their hearts out.

This is how, some particular nights and days, my time passes. Maybe Hipolito was right after all.

We pass the time of day to forget how time passes.

The moon is the only luminous proof that today you cannot feel alone at all. Other than that, there are just words waiting to be written, thoughts ready to be born and veiled emotions underlying. If you take a good look you will see so many stars. The average distance between the stars in the sky is 20 million miles. Can you even imagine??? It must be true but not my truth. I can just show you what I mean. Everytime I reach for the sky I can almost grab a star. Almost. But I close my eyes and oh I promise, I can feel its stardust so close that I ‘d say sometimes I can even feel it sprinkling over my head just for fun.

What is more amazing about that yellow round ball that has ignited lovesongs for centuries is what you dreamt of everytime you took a look at it. And did you know that the word “dreamt” is the only common word in the English language that ends in “mt”? Oh, it is.

And as this moment is concerned I just look around that moon and search for its dark side. Silly thoughts my blondie, right? Right. Just picturing this night and drawing it from scratch. My own crayons, my choice of colors. And it ”feels like flying, I close my eyes, oh God I think I am falling, out of the sky, I close my eyes. Heaven help me”.

But Mick said it better. Can’t always get what you want. Right? Well, I say..Hell no. Hell yes.

Beware doll, you’re bound to fall..

Δεν έχω καλύτερο από το να οδηγώ μεγάλες αποστάσεις. Ανοίγω μουσική. Πάντα μουσική.  http://www.youtube.com/watch?v=_Gockw7cMXc

Και φεύγω μακριά. Δεν ξέρω αν αυτό που μου αρέσει πιο πολύ είναι που πάω κάπου, που φεύγω από κάπου αλλού ή που βρίσκομαι σε αέναη κίνηση. Ίσως γιατί οι τελευταίες μέρες μου φωνάζουν. Πως χρειάζονται προσοχή, τη δική μου. Όταν δεν μπορείς να ξεφύγεις από τις σκέψεις σου πήγαινέ τις κάπου να προβληματιστείτε παρέα. Τουλάχιστον με θέα. Βοηθά στην περίπτωση που όλα καταλήξουν σε ένα δράμα. Θα έχεις να θυμάσαι εκείνες τις αποφάσεις που πήρες δίπλα στο κύμα. Κι ας ήταν μαλακισμένες, ήταν δίπλα στο κύμα. Αυτές είναι οι φορές που κάθεσαι ακίνητος, σαν παγωμένος στο χρόνο. Αναλογίζεσαι και ξάφνου έρχεται ένας αέρας να ρίξει κάτω το ποτήρι και ο ήχος του σημαίνει πολύ περισσότερα από ένα γυαλί που σπάει. Πιστεύεις πως είναι το σημάδι  που περίμενες.  http://www.youtube.com/watch?v=0AvuweztG4Q

Έφτασα σπίτι. Ανοίγω μουσική. Πάντα μουσική. Ρυθμικά έκανα και τα πιο μεγάλα μου λάθη. Μελωδικά τα άφησα πίσω με την πιο δυνατή rock. Ονειρευόμουν κάποιες στιγμές να μπορούσαμε μαγικά ν’ ακούσουμε  το soundtrack αυτού που ζούμε κάθε δεδομένη στιγμή.

Κλείνω τα μάτια. Τραγουδώ με τη μουσική. Πάντα με τη μουσική.http://www.youtube.com/watch?v=aGCX–zomnk

Δεν μπορώ να ξορκίσω τίποτα ενοχικό. Όχι, δεν είναι που δεν μπορώ. Δεν είναι που δεν αντέχω. Είναι που δεν θέλω. Τόσο απλά. Τόσο αληθινά. Ανεβάζω τα πόδια ψηλά, με αγκαλιάζω. Πόσο ψυχρή να γίνει ποτέ αυτή η αγκαλιά; Αυτή που είπε κάποτε κάποια πως ανήκει σε όλους και σε κανέναν. Ξένη γη μέσα στη νύχτα τα χέρια γύρω από το δικό σου κορμί. Κράτα κλειστά τα μάτια και πάρε μια ανάσα. Πες πως δεν είσαι εσύ που σε κρατάς.

Τα πίσω, τα πριν, τα χθες, τα γιατί, τα δεν ξέρω. Πλυντήριο να το απλώσεις το κάνετε οι περισσότεροι. Απορώ γιατί. Για να δεις ποιος λεκές δεν έφυγε ποτέ; Μη ξεπλένεις τίποτα. Άστα όλα εκεί λερωμένα. Φόρεσέ τα και ξανά αν το θέλεις. Μη σε νοιάζει. Μη σε νοιάζει. Μη σε νοιάζει. http://www.youtube.com/watch?v=xZGcw9HHOkU

Κι ας πληρώνεις το πόσο διαφορετικά είναι όσα έχουν να κάνουν με σένα. Ήσουν αυτή που έβαζε τη μπλούζα ανάποδα και είχε πάντα λυμένα κορδόνια. Ήθελες να γίνεις σκουπιδιάρης. Δεν έκλαψες ποτέ σα μωρό. Ήσουν αυτή που άργησε να μιλήσει πιο πολύ από όλα τα παιδάκια και μια μέρα είπε την πρώτη της λέξη απλώνοντας το δάχτυλο στον ουρανό. Αεροπλάνο. Μου έρχεται ένα γέλιο πνιχτό. Η ζωή μου πια ένα αεροπλάνο. Πολλαπλοί προορισμοί και πάντα στην απογείωση ο απολογισμός. http://www.youtube.com/watch?v=hk3mAX5xdxo

Λογαριάσου και προχώρα. Μόνο μπροστά. Μη σταματάς στις φωνές και υπέκυψε στην αλλεργία που έχεις στα πρέπει, τα μη, τα όχι. Ότι σκέφτηκε άνθρωπος, άνθρωπος καταρρίπτει. Η ανατροπή είναι η δική μου προσωπική ένεση αδρεναλίνης. Αυτό είναι από τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή. Ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές αυτό που είχες ως χθες για θεό είναι τώρα σκουπίδια.  Και το ανάποδο. http://www.youtube.com/watch?v=BfOdWSiyWoc

Ευχή και κατάρα σου δίνω από όπου περνάς να τα κάνεις όλα να τρέμουν, να ανατριχιάζουν, να αλλάζουν. Να τα αλλάζεις και μέσα από αυτά να αλλάζεις κι εσύ. Να έρθει μια στιγμή ξανά που μέσα στο χαμό, τους γύρω σου, τον κόσμο όλο θα βρεθεί μια και μόνο ευκαιρία. Θα απλώσεις το χέρι χωρίς δισταγμό στο άγνωστο. Όμορφο; Ποιος ξέρει. Αλλά το θες δικό σου. Μέσα από όλα και όλες θες να είναι δικό σου. Απλά και όμορφα. Χωρίς να εξηγείς. Από πού έρχεσαι, τι κουβαλάς. Να ξέρεις πως η σιωπή είναι λύτρωση και απαραίτητη. Και πώς να ζεστάνεις μια καρδιά; Τι να κάνεις με ένα χαμόγελο και τη σκέψη; Είναι σκλαβιά η περιέργεια. Και εμένα με πεθαίνει το να θέλω και να μην τολμώ μερικές φορές. Δεν υπάρχει γιατί, δεν υπάρχει εξήγηση, μόνο ένας ρυθμός που μεγαλώνει μέσα σου μέρα με τη μέρα και γεμίζει με σκέψεις κι άλλο το μπερδεμένο σου μυαλό. Εκείνο το ποτήρι που έσπασε, θυμήθηκες τώρα πως δεν υπήρχε ποτέ πάνω στο τραπέζι; Κι όμως το άκουσες να γίνεται χίλια κομμάτια. http://www.youtube.com/watch?v=QKntY8WkNYQ

Εγώ είμαι. Αλήθεια. Υπάρχω με όλες εκείνες τις ατέλειες που απλά με κάνουν πιο συνηθισμένη από ποτέ. Και έτσι γίνεται η νύχτα μέρα και πάλι θα ξημερώσει. Όταν έρχεται από το πουθενά το παράλογο. Το άκυρο, το από αλλού φερμένο. Περιτριγυρισμένο από λέξεις, λόγια, παιχνίδια και παίζει κι αυτό. Μαζί μου, με όλους, με τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν ξέρω καν γιατί με απασχολεί. I don’t do that kind of games. Κάτι γίνεται και το ένστικτο κινείται με ρυθμούς που δεν μπορώ να ελέγξω. Ποιος έχει τον έλεγχο και ποιος ακολουθεί. Δεν έχω χρόνο για τα παιχνίδια του μυαλού. Αλλά έχω ψυχή και σώμα που μονο πάσο δεν πάει. Αρκεί να καταλάβεις.

I am not willing to hate the player. Just change the game. Τόσο απλά. http://www.youtube.com/watch?v=A4gBzUwo6Iw

Image