Dead & the city

Ξημέρωσε Σάββατο και έξω καλοκαίρι. Είσαι γύρω στα 30, με σκυλιά αλλά χωρίς παιδιά και υποχρεώσεις. Σε βλέπουν οι θειάδες και σε φτύνουν με ημιροχάλα “φτού σκόρδα, τα νιάτα σου να είχα. Περπάταγα εγώ κάποτε και έτριζαν τα πεζοδρόμια”. Κάπου εκεί πατάς το pause, κάνεις εικόνα τη θεία (να περπατά σα θηρίο σε λεωφόρο με φωνή απο το Saw III και να τινάζονται τάπες αποχέτευσης) που μετα βίας χωρά να περάσει απο την κάσα της πόρτας και είναι ο φόβος και ο τρόμος κάθε συγγενή μη και κάτσει στην καρέκλα γύφτου και σφινοκωλιάσει και την πάρει μαζί φεύγοντας γιατί δέκα νοματαίοι να τραβάνε να ξεβεντουζάρουνε έχει φρακάρει ο Γιάννης το θεριό. Και φαντασιώνεται η θεία Περδικούλα καθώς γλύφει απο το κουτάλι το παγωτό καϊμάκι της πως εσύ τα Σάββατα λιάζεις το κορμί σε μια παραλία, χαλβαδιάζεις άλλα κορμιά στην ίδια παραλία, πας για ούζα, βολτάρεις σε καφέδες με νόημα ή χωρίς, βγαίνεις τα βράδια σαν ξεκούρδιστο πάρτι άνιμαλ, κάνεις σεξ μέρα νύχτα σα ξαναμμένη φοράδα και ό,τι χωράει ο νους της το έχει σκεφτεί και στο έχει φορέσει.

Καλωσήρθες στα 30 μαντάμ. Μερικοί βασικοί κανόνες που διέπουν τη συγκλονιστική, σχεδόν μυθιστορηματική, ζωή της χαμένης μας γενιάς.

Το “πάμε για ύπνο” είναι το νέο “πάμε μπουζούκια”. Το “μη χαθούμε, πάμε για ένα καφέ” σημαίνει άντε τα ξαναλέμε πάλι για να ευχηθούμε Πάσχα, Χριστούγεννα, σε καμμιά γιορτή, καλά να είναι το facebook που μας τα θυμίζει.

Το μιλάμε σημαίνει περιμένουμε καρτερικά τη σειρά μας να μιλήσουμε γιατί εδώ τα δικά μας προβλήματα πετάμε στο πίσω μέρος της ντουλάπας των αλλωνών θα λύσουμε;

Το πάμε για ποτό σημαίνει ας το κανονίσουμε μια εβδομάδα πριν να έχω προετοιμαστεί, κοιμηθεί, ξεκουραστεί, σιδερώσει ρούχα, φτιάξει μαλλί, νύχι κ.λπ. γιατί μια φορά το μήνα βγαίνω μη με πούνε και χωριάτα. Σιγά μαρή Γκρέτα Γκάρμπο. Στο Χαλάνδρι σου είπανε να πας, όχι στο Μόντε Κάρλο. Ο Τάκης απο τα Κάτω Πατήσια θα σε δει, όχι ο Hugh Jackman.

Το βγαίνω καθημερινή δεν το πιάνω καν, δεν παίζει εκτός αν χώρισες χθες. Αλλιώς και μόνο στο άκουσμα γελάνε μέχρι και στη Βιλαρίμπα.

Το “κουράστηκα σήμερα” είναι πιο συχνό και απο το “θα πάρετε κάτι;” σε καφετέρια. Παντού εξαντλημένα κορμιά έρπονται απο σπίτι-δουλειά και δουλειά-σπίτι. Κατάκοποι όλοι απο το αέναο “ρίχνω μπετά” στο κομπιούτερ επιστρέφουν στην οικία όπως όπως.

Το αυθόρμητο έχει βιαστεί και μαχαιρωθεί κατ’ εξακολούθηση με απανωτές μαχαιριές. Μόνο του πάει στο δράστη και του λέει “είμαι μια καινούρια μέρα, έλα βρες κάτι να τη σκοτώσουμε κι αυτή πριν της δώσουμε την ευκαιρία να συμβεί κάτι ώστε να τη θυμόμαστε για πάντα”. Και ενώ ο Σόμπολος εξιστορεί το χρονικό της άγριας δολοφονίας της καθημερινότητάς σου άπειρες δικαιολογίες προβάλλουν σε κάθε περίσταση.

Δεν έχω κάνει μπάνιο, δεν θα βρω να παρκάρω, θέλω να βάλω πλυντήριο (λες και θα γυρνάς μανιβέλα όση ώρα πλένει το ρημαδιασμένο), που να τρέχω εκεί τώρα, βαριέμαι να ντυθώ, να οδηγήσω, να μιλήσω, να ακούσω, ε βαριέμαι να ζήσω, άντε τα λέμε ξανά την άλλη βδομάδα μήπως και βρω καμιά καλύτερη δικαιολογία για να περάσουν άλλες εφτά μέρες απο τις οποίες δεν θα έχει μείνει τίποτα να θυμάμαι.

Κι αν δεήσει ο μεγαλοδύναμος και κανονίσεις αρχίζει ο δεύτερος γύρος. Ε μη βρεθούμε και πολύ αργά γιατί θέλω αύριο να ξυπνήσω νωρίς, να χαϊδέψω τις ορτανσίες στον κήπο, να κάνω απόψυξη, να μετρήσω πόσα πιρούνια έχω, να τσακωθώ με τη μάνα μου, να πάω σε ένα παιδικό πάρτυ, να λύσω το Κυπριακό, να σαπίσω στο facebook, να κάνω τσεκιν στο γυμναστήριο, να βγάλω φωτό το μπεργκερ που θα φάω, να παίξω quizdom μέχρι να νεκρώσει κάθε δάχτυλο και να πατάω τα κουμπιά πια με τη μύτη σα παπαγάλος, να απλώσω τραχανά, να δω αν μου κάνει το μαγιό, να κόψω τα νύχια μου, να διαλέξω θέση στον οικογενειακό τάφο μη και με ρίξουνε ώρα που θα’ναι, να σκεφτώ μήπως έπρεπε να γίνω αστροναύτης, να τινάξω την ανθισμένη αμυγδαλιά, να χέσε μας.

Θυμήσου τώρα τις πιο ωραίες στιγμές στη ζωή σου και προσπάθησε να θυμηθείς αν σε αυτές: 1. είχες κάνει μπάνιο 2. αν είχες πολλά λεφτά στην τσέπη 3. αν είχε κίνηση μέχρι να πας 4. αν είχες βάλει πλυντήριο πριν. Αν θυμάσαι κάτι απ’όλα αυτά τότε μάλλον σου χρειάζεται φορμάτ ή μεταμόσχευση εγκεφάλου.

Τις στιγμές που θα μείνουν για πάντα τις κάνουν οι άνθρωποι, πλυμένοι ή όχι, ξεμαλλιασμένοι ή όχι, άφραγκοι ή όχι, ντυμένοι σα γύφτοι ή όχι. Οι γεμάτοι, χωρίς μα και μου, δίχως δεύτερες σκέψεις άνθρωποι. Που είναι εκεί όταν το ζητήσεις. Κουρασμένοι όπως όλοι, αγχωμένοι όπως όλοι, με προβλήματα όπως όλοι αλλά εκεί.

Τιμημένη γενιά του device και όπου αυτό βάλε τηλεκοντρόλ, joystick, κινητά, tablet κ.λπ. καλωσήρθες στο θάνατο εν ζωή. Άδικα κωλοχτυπιέσαι πως δεν έχεις χρόνο. Δε θέλεις να βρεις χρόνο. Ή βρίσκεις αλλά τον γεμίζεις με τόσες ηλίθιες σκέψεις για το τι θα τον κάνεις που πέρασε κι έφυγε. Όσο λοιπόν εσύ χάνεσαι σε αυτό τον ορυμαγδό και καταλήγεις με τις πυτζάμες στον καναπέ κάποιος προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο. Κάποιος κατεβαίνει σε μια πορεία, κάποιος κάνει σεξ, κάποιος κοιτάζει τη θάλασσα με ένα φίλο και δυο μπύρες στο χέρι, κάποιος οδηγεί και ακούει δυνατά μουσική, κάποιος χρειάζεται μόνο λιγη ώρα για να ντυθεί όπως όπως και να έρθει να σε βρει και να περάσετε καλά. Και να μείνει κάτι. Μια μικρή στιγμή χαράς ή ευτυχίας. Σε έναν ωκεανό απο άγχη, προβλήματα, στεναχώριες. Ο παρονομαστής είναι ίδιος για όλους.

Η ζωή είναι μικρές στιγμές ευτυχίας. Σα μικρές τελείες σε ένα λευκό χαρτί. Αν τις ενώσεις στο τέλος θα δεις πόσο μακρύ ταξίδι έκανες. Αν η μια απο την άλλη είναι δέκα παγκόσμιοι χάρτες μακριά μάλλον η ζωή σου δεν είναι ταξίδι αλλά αυθημερόν εκδρομή του καπη στα εξωτικά Φιλιατρά που παθαίνει λάστιχο τυχαίως και δεν φτάνει ούτε εκεί.

Εσύ που είπαμε λοιπόν πως θα πας σήμερα; Ή μήπως έχεις κι εσύ να πλύνεις ασπρόρουχα στη γούρνα;

Υπάρχει ένα μέρος

Υπάρχει ένα μέρος που κανείς δεν ξέρει. Πολλοί θα μπορέσουν να σε δουν, να με δουν, να πουν, να σχολιάσουν, να προσπαθήσουν να καταλάβουν. Αλλά θα υπάρχει πάντα ένα μέρος που κανείς δε θα μπορέσει να φτάσει. Εκεί που εγώ κι εσύ συναντιώμαστε. Εκείνο το μέρος που καθόμαστε και ξαπλώνουμε κάτω απο ένα δέντρο, που δεν υπάρχει κανείς, που τίποτα δεν φοβίζει κανέναν.

Ένα μέρος που δεν είναι μακριά. Δεν είναι πιο μακριά απο τη σκέψη μας. Ένα μέρος που δεν φωνάζει κανείς. Που δεν σε αγγίζει κανείς. Που δεν με αγγίζει κανείς. Που δεν μας αγγίζει τίποτα. Ένα μέρος που αφήνουμε τα λάθη πίσω μας. Ένα μέρος που του δίνουμε ζωή κάθε φορά που ενώνουμε τα δάχτυλά μας και τραβά γλυκά ο ένας τον άλλο.

Πότε ο ένας, πότε ο άλλος μπροστά προχωράμε χωρίς να ξέρουμε τι έρχεται. Αλλά ότι και να έρθει ποιος το λογαριάζει; Αφού μαζί μπορούσαμε μέσα στην καρδιά μας τα πάντα. Κι ας έμοιαζαν στους άλλους με έναν σωρό απο τίποτα και μπόλικο καθόλου.

Υπάρχει ένα μέρος που εγώ και εσύ παίζουμε κάτω απο τον ήλιο, σαν παιδιά ενός έρωτα που εμείς γεννήσαμε, εμείς μεγαλώσαμε, εμείς σπρώξαμε στη ζωή. Υπάρχει ένα μέρος που το εσύ είμαι εγώ και εγώ είμαι εσύ. Που πέφτουν όλες οι άμυνες, οι διαχωριστικές γραμμές, που δυναμώνουν τα γέλια, που φωνάζουν οι σιωπές, που σιωπούν οι λέξεις.

Και όταν θα βρέχει, κι όταν όλα θα σκοτεινιάζουν θα υπάρχει ένα μέρος που εγώ πάντα θα σε περιμένω. Γιατί μόνο εκεί όλα μπορούν να σε ησυχάσουν, να σε παρηγορήσουν γλυκά, να σε κοιμήσουν στην αγκαλιά τους, να σε νανουρίσουν. Να μη μου φοβάσαι, να μη σε παίρνουν άσχημα όνειρα μακριά, να είσαι ασφαλής. Και τις μέρες που θα είναι όλα γύρω άδεια, που δεν θα έχεις απο που να πιαστείς, που δεν θα ξέρεις γιατί, που δεν θα ανήκεις πουθενά θα υπάρχει ένα μέρος που ήσουνα πάντα.

Μέσα μου.