Ευκαιρία, η

Λέξη: ευκαιρία, Ετυμολογία: [<αρχ. εὐκαιρία < εὔκαιρος < εὖ + καιρός]

Η ευκαιρία που θες, που ψάχνεις, που κυνηγάς, που ονειρεύεσαι. Αυτή που πάνω της ποντάρεις ό,τι πιστεύεις πως θες. Αυτή που έχει μέσα όλα όσα χρειάζεσαι για να κάνεις το ταξίδι σου. Το όποιο, μικρό ή μεγάλο. Μόνος, με παρέα, για ευθεία, πίσω, δεξιά, για όλους εκείνους τους προορισμούς που θες να φτάσεις. Ακόμα κι αν αυτό είναι να ικανοποιήσεις τους γύρω σου.

Ξεκινάς και σκέφτεσαι αν είχες πραγματικά ποτέ μια. Εκείνη την πρώτη. Καμιά φορά την πρώτη ευκαιρία δεν την καταλαβαίνουμε καν. Την προσπερνάμε. Άλλες φορές νομίζουμε πως στέκεται μπροστά μας παντοδύναμη, ενώ είμαστε μπροστά στο κενό, αλλά δεν είναι εκεί. Κάποιες φορές τη χαραμίζουμε.

Ορισμένες φορές μεταμορφώνεται. Είναι μεγάλη ενώ μας φαίνεται μικρή. Άλλες δεν είναι καν ευκαιρία. Μπορεί και ντύνεται. Σαν περίσταση. Μπορεί και εμφανίζεται, όχι ως κάτι απρόσωπο, αλλά και σαν άνθρωποι γύρω μας. Και αυτοί γίνονται τότε η ευκαιρία μας. Εξ’ ορισμού μας έμαθαν πως είναι κάτι που πρέπει να αρπάξουμε. Τις αρραβωνιάσανε με προξενιό αυτές τις δύο λέξεις. Άρπαξε την ευκαιρία. Γιατί σε κάνανε να πιστέψεις πως είναι για καλό.

Καμιά φορά οι ευκαιρίες δε μας βγάζουν πουθενά. Νιώθουμε πως μας γυρνάνε πίσω ή μας κρατάνε στάσιμους. Αμφισβητώντας τότε αν ήταν όντως ευκαιρίες αυτό που μέχρι χθες ήταν η ευκαιρία σου να αποδείξεις στον κόσμο κάτι. Για εσένα, το ποιος είσαι, το πόσα μπορείς, το τι αντέχεις. Έχουμε την τάση να τους δίνουμε υπόσταση. Ειδικό βάρος. Χωρίς να βάζουμε μέσα στην εξίσωση αυτό τον συντελεστή που τα επιταχύνει όλα. Εμάς. Το πως εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτή την ευκαιρία και πως θα την αξιοποιήσουμε. Και πολλές φορές χάνουμε. Και την ευκαιρία και εμάς μέσα σε αυτήν.

Και εκεί που σκέφτεσαι πως έχεις εξαντλήσει κάθε περιθώριο η μοίρα είναι ο πιο εύκολος κάδος που εφευρέθηκε ποτέ στον κόσμο για να πετάξεις όσα δε θες να πάρεις επάνω σου. Ή οι άλλοι. Ξεχνώντας πως είσαι και εσύ ο άλλος των υπολοίπων. Κι αυτά τα υπόλοιπα σε κάποιο χαλί απο κάτω τα πετάς για να μη τα βλέπεις αλλά ξέρεις…με τον καιρό θα μαζευτούν πολλά εκεί.

Και κάπου εκεί αρχίζεις και σκέφτεσαι την επόμενη ευκαιρία και αν θα υπάρξει. Πολλές φορές μικρές ανάσες, απο αιτιάσεις και αφορμές τριγύρω, μας κάνουν να πιστεύουμε πως αυτή ξανάρθε. Κυρίως γιατί έχουμε ανάγκη να βαφτίσουμε αυτό που χρειαζόμαστε ευκαιρία. Και τις περισσότερες φορές πρέπει εσύ να δοθείς στην ευκαιρία παρά αυτή σε εσένα. Και δεν μας δίνουμε. Ακριβοθώρητοι. Βουνά που δεν πάνε στον Μωάμεθ η ευκαιρία όταν την δίνουμε εμείς και μια απλή αναλογική όταν είναι να την λάβουμε.

Αν κάτι σου συμβεί το δαιμονοποιείς. Αν σε πληγώσει. Και εκεί αποκλείονται ξανά δεύτερες ευκαιρίες απο μελλοντικές μας αποφάσεις. Αλλά τελικά είναι απλό. Γιατί η δεύτερη ευκαιρία ίσως είναι αυτό που χρειάζεσαι. Γιατί σε ξέρεις καλύτερα, γιατί έμαθες να αναγνωρίζεις και τα λάθη σου και τα σωστά σου. Και έχεις κάθε δικαίωμα να τη ζητήσεις και έχουν κάθε δικαίωμα να στην αρνηθούν. Και έχεις κάθε δικαίωμα να το βρεις άδικο αλλά να το δεχτείς.

Δεύτερη ευκαιρία στη ζωή προσπαθούν να έχουν αυτοί που ξεριζώθηκαν απο έναν τόπο με επιλογή το θάνατο ή τον αργό θάνατο με μια ελπίδα πως αυτή τη φορά τα ζάρια ίσως δεν πέσουν έξω απο το τάβλι ακόμα και αν ποτέ δε θα φέρουν εξάρες.

Δεύτερη ευκαιρία μπορεί να είναι ένα συγνώμη. Όχι για να διορθώσεις κάτι. Καμιά φορά απλά για να καταφέρεις σε δεύτερη ανάγνωση να δεις απέναντί σου τον άλλο όπως ακριβώς είναι και οχι οπως θα ήθελες ή πίστευες.

Δεύτερη ευκαιρία είναι και τα λάθη σου. Είναι η δική σου στιγμή να μη τα ξανακάνεις ή να τα ξανακάνεις. Να έχεις μάθει απο αυτά, να μην έμαθες τίποτε απο αυτά. Να είναι τη δεύτερη φορά αυτά τα ίδια λάθη τελικά το σωστό κι ας μην ήτανε την πρώτη.

Και αν καταφέρεις να διώξεις απο μέσα σου αυτό τον ακέλυφο πυρήνα του εγώ σου και σηκώσεις το κεφάλι και κοιτάξεις γύρω θα δεις έναν κόσμο γεμάτο απο χαμένες ευκαιρίες. Γεμάτο απο ανθρώπους που δεν τις έδωσαν και ανθρώπους που ποτέ δεν τις πήραν. Ακόμα περισσότερο απο ανθρώπους που δεν τις κατάλαβαν καν.

Και έρχεται μια στιγμή, μπροστά σε ένα φανάρι, κυριολεκτικό ή μεταφορικό. Γραμμή εκκίνησης το λέω εγώ. Ξέρεις πως σε λίγα δευτερόλεπτα θα ανάψει πράσινο. Και θα είναι η ευκαιρία σου να φύγεις. Όχι να επιταχύνεις. Ή να ξεκινήσεις χαϊδεύοντας απαλά το γκάζι. Αλλά είναι ίσως η ευκαιρία να στρίψεις δεξιά ή αριστερά γιατί πάντα ευθεία πήγαινες.

Και δεύτερη ευκαιρία είναι όχι αυτό που δίνεις στους άλλους αλλά αυτό που δίνεις σε εσένα. Είναι η δεύτερη ευκαιρία που θα δώσεις στον εαυτό σου. Να κάνει αυτό που θέλει και να στέκεται στα πόδια του. Δεύτερη ευκαιρία είναι να φοβάσαι αλλά να εξακολουθείς και να απλώνεις το χέρι, να εμπιστεύεσαι. Πως θα ξαναπέσεις και όχι στα μαλακά απαραίτητα και να το ξανακάνεις. Ξανά και ξανά και ξανά.

Και η δεύτερη ευκαιρία δεν έρχεται πάντα με τα ίδια πρόσωπα, ούτε με παρόμοιες καταστάσεις, ούτε με ίδιες αφορμές ή ανάλογες περιστάσεις. Καμιά φορά η δεύτερη ευκαιρία μοιάζει πολύ διαφορετική απο την πρώτη. Σε όλα. Και εκεί κάποιες φορές σκέφτεσαι αν αξίζει να παλεύεις τόσο πολύ για να συντονιστούν οι ευκαιρίες σου με τις ευκαιρίες των αλλωνών και να καταλάβετε πως η ευκαιρία του ενός είναι η ευκαιρία του αλλουνού. Να δείτε οτι οι ευκαιρίες δεν εμφανίζονται απο το πουθενά. Καλλιεργούνται απο τις συνθήκες αλλά οι ευκαιρίες είμαστε εμείς. Είμαστε ο χώρος, ο χρόνος, η διάθεση, ό,τι δίνουμε δικό μας αλλού, έξω απο εμάς. Και αν χάσει κάποιος την ευκαιρία μας ενδεχομένως να χάνει και εμάς αλλά τελικά δεν είμαστε τίποτε περισσότερο απο την ευκαιρία που δώσαμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας κάποιος να μας χάσει. Και δύσκολο να χάνεις. Δύσκολο να έρχεσαι δεύτερος. Δύσκολο να είναι πολύ αργά. Αλλά εύκολο να αλλάζεις ό,τι θέλεις στη ζωή σου. Και να σου δώσεις μια πραγματική ευκαιρία. Να ζήσεις όπως εσύ θες, με αυτούς που θες.

Κι αυτή η πρώτη ή δεύτερη ευκαιρία που θα σου δώσεις θα είναι περισσότερο απο αυτό που ονειρεύτηκες γιατί δεν ήξερες πόσο ωραίο μπορεί να είναι. Και θα είναι τόσο ωραίο. Και θα είναι τόσο γεμάτο. Και θα είναι τόσο δυνατό. Και δε θα σε τρομάζει και θα ακουμπάς επάνω της και θα ξαποσταίνεις ήσυχος.

Κι αν την ευκαιρία σου την έχεις κοιτάξει στα μάτια, αν έπεσες επάνω της στρίβοντας σε ένα στενό, αν την ξέρεις και της χαμογελάς αλλά δεν της συστήθηκες ακόμα ίσως δεν είναι έτοιμη και εκείνη για εσένα. Ή εσύ γι’αυτήν. Αλλά μη φοβάσαι. Μη φοβηθείς ποτέ τίποτα ξανά. Αν θέλεις θα τη βρεις λίγο παρακάτω και θα σε βρει κι αυτή. Ίσως όχι με τον πιο ορθόδοξο τρόπο, όχι εύκολα, όχι ανώδυνα, όχι με timing και πρόγραμμα. Απλά και πιο σωστά απο ποτέ θα είναι εκεί και θα σε περιμένει να είσαι έτοιμος. Να την αρπάξεις.

Γεια σου ανθρωπάκο.

IMG_5500.jpg

Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω τελευταία πως κλείνεις τα μάτια συχνά. Και τα δύο μαζί. Σφιχτά. Κοιμάσαι ή δε θέλεις κάτι να δεις; Ή μήπως και τα δύο; Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω ξεχνάς εύκολα. Και ποιος είσαι και από πού έρχεσαι. Βολεύει ή οι μνήμες δεν πιάνουν τόπο στου νου σου την πατρίδα; Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω φεύγεις στα δύσκολα αμέσως. Τρέχεις σπίτι σου να κλειδωθείς.

Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω δεν έχεις όνομα. Έχεις γίνει ένας με όλους. Βλέπω δεν αντιδράς. Βαριέσαι να προσπαθήσεις ή προσπαθείς μόνο για εσένα;

Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω δεν ονειρεύεσαι πια. Είναι τόσο ακριβά τα όνειρα ή ακόμα θρηνείς τα προηγούμενα; Βλέπω δεν ψάχνεις να μάθεις την αλήθεια, σου αρκεί η μισή. Βλέπω δεν αντέχεις την ασχήμια του κόσμου. Βλέπω πιστεύεις όχι στα μάτια σου, όχι στα αυτιά σου, αλλά σε ό,τι σου πετάνε κι έχει το πιο ωραίο αμπαλάζ. Βλέπω πως δε με βλέπεις. Βλέπω πως δε με ξέρεις. Βλέπω πως γουστάρεις να κοιτάς τον κόσμο απο κλειδαρότρυπες. Βλέπω πως με φοβάσαι. Βλέπω πως δε με πιστεύεις. Βλέπω πως σου φταίνε πάντα άλλοι. Βλέπω πως με συζητάς αλλά δε με κοιτάς. Βλέπω πως με αποφεύγεις. Βλέπω πως δε σε κοιτάς στον καθρέφτη ολόκληρο. Βλέπω πως είσαι μόνος μέσα σε πολλούς. Βλέπω να κοιτάς αν τα ρούχα σου ταιριάζουν, αν τα λόγια σου δε θίγουν, αν οι πράξεις σου δεν παρεξηγούνται. Βλέπω να ντύνεσαι με ό,τι σε κρατά μακριά από ό,τι δεν αντέχεις. Ιδεολογίες, κόμματα, θρησκείες, διαφωνίες, συμφέροντα. Αυτά αναπαράγεις, με αυτά ποτίζεις την ψυχή σου, το μυαλό σου, το είναι σου. Με αυτά χοντραίνεις την πέτσα σου για να μη νιώθεις.

Άκου ανθρωπάκο. Θα έρθει μια μέρα που πνιγμένος στο φόβο σου θα αμπαρώσεις και την τελευταία κλειδαριά και θα αισθανθείς εκεί ασφαλής. Ασφαλής μέσα στο φόβο. Θα κάνεις τα χέρια και τα λόγια σου όπλα και πυρομαχικά σε κάθε τι διαφορετικό για να προστατευτείς. Θα δεις τα αδέλφια σου εχθρούς, θα δεις τους γύρω σου στρατόπεδα, θα μοιάζουν όλα πόλεμος. Θα αρματωθείς με ημιμάθεια, με επιλεκτικές ευαισθησίες, με άρνηση, με θυμό, με θλίψη, με το παράλογο που μοιάζει πια λογικό. Θα ζαλωθείς με τρόμο, με ασπίδα το τεράστιο εγώ σου, με κράνος ανθρωπόμετρα για την αξία της ζωής ανά περιοχή του πλανήτη, θα κάνεις καθιστός στα ζεστά, στα φοβικά “ασφαλή” σου δηλώσεις βαρύγδουπες στο όνομα της δημοκρατίας με όποιο ορισμό θες εσύ να της δώσεις ή σε συμφέρει να της δώσεις. Θα κάνεις αυτό που δε θες να σου κάνουν. Θα τιμωρήσεις χωρίς έλεος. Θα βάλεις ταμπέλες. Θα υποδείξεις συμπεριφορές. Θα εφεύρεις αντίποινα. Θα χτυπάς όποιον σε χτυπά. Θα χτυπάς τυφλά, αέναα μέχρι να τυφλωθείς. Θα στοχεύσεις, θα εκτοξεύσεις πυρ, θα βαφτίσεις την πρόθεση κοινό καλό, θα ξεπλύνεις τη συνείδησή σου, θα πείσεις και τον διπλανό σου να κάνει το ίδιο και έτσι θα νιώσεις καλύτερα.

Θα συνεχίσεις για καιρό να κάνεις πως δεν υπάρχω. Θα κοροϊδέψεις όποιους με πιστεύουν. Θα με χλευάσεις, θα με μειώσεις, θα με αποδομήσεις, θα με αποκαθηλώσεις, θα με σταυρώσεις, θα με ξεφτιλίσεις για ό,τι είμαι και ό,τι εκπροσωπώ. 

Κι εγώ τόση ώρα θα σε κοιτώ. Θα σε παρατηρώ. Θα κρύβομαι να μη με δεις. Θα σε διαβάζω, θα σε ακούω σιωπηλά. Κι όταν πια θα έχεις βουτήξει ολόκληρος στην τρέλα ανθρωπάκο θα έρθει η ώρα να γνωριστούμε εμείς οι δύο. Κι όμως εγώ τότε δε θα σε κρίνω. Δε θα σε στήσω στον τοίχο. Θα είμαι εκεί να σε τραβήξω από αυτόν. Όπου και σε ό,τι κι αν πιστεύεις. Όπως κι αν μοιάζεις, όπως κι αν φαίνεσαι. Ό,τι κι αν θέλεις να μου δώσεις, ό,τι κι αν δεν έχεις να μου δώσεις, ό,τι κι αν θέλεις να μου πάρεις, ό,τι κι αν μου έχεις ήδη πάρει, ό,τι κι αν θες να μου επιβάλεις.

Σε όποιο θεό κι αν προσεύχεσαι, όπου κι αν εναποθέτεις τις ελπίδες σου. Με όσο φόβο κι αν έχεις, με όσο μίσος κι αν έχεις θα έρχομαι προς τα εσένα. Με όσα όπλα κι αν κουβαλάς θα περπατώ προς τα εσένα. Με ό,τι κι αν με χτυπήσεις θα συνεχίσω να έρχομαι προς εσένα. Κι αν πέσω κι αν με ρίξεις θα παλεύω να φτάσω σε εσένα. Θα σου μιλάω με φωνή καθαρή, με λόγο ευθύ, θα σου δείχνω γύρω μας το χάος μα θα είμαστε εγώ κι εσύ μοναχά. Κι αν με βρίσεις θα σου στέλνω φιλιά. Κι αν με απειλήσεις θα σε πάρω αγκαλιά. Κι όσο μου μιλάς για θεό εγώ δεν θα έχω θεό. Κι όσο κι αν απομακρυνθείς θα συνεχίσω να τρέχω σε εσένα.

Κι όταν σε φτάσω αποκαμωμένοι και λαβωμένοι κι οι δυο απ’ όσα μας χωρίζουν θα απλώσω το χέρι. Κι αν το τραβήξεις θα το απλώσω πάλι. Θα το απλώνω όσο χρειαστεί, όσο κι αν κουραστώ, όσο χρόνο κι αν μου πάρει για να στο πιάσω γερά. Και θα σου δείξω λουλούδια να ανθίζουν στο μπετό. Και θα σου μάθω από την αρχή πως τα αντίθετα και τα διαφορετικά ταιριάζουν. Και δε θα έρθω να σου πω εγώ το σωστό αλλά να το φτιάξουμε μαζί το σωστό. Και θα σου εξηγήσω πόσος χώρος υπάρχει για εσένα, για εμένα, για κάτι πιο δυνατό από εμάς που λέγεται ζωή.

Και θα επουλώσω πληγές και θα γιατρέψω συνειδήσεις και θα σε προστατέψω απ’ όσους θέλουν να σε κατασπαράξουν και θα γίνω καταφύγιο να κρυφτείς και μαντήλι να σου σφουγγίσω τον ιδρώτα και φάρμακο να σε γιατρέψω και ομπρέλα να μη βραχείς και στεγνό ρούχο να ζεσταθείς και φαγητό να τραφείς και καθαρό νερό να πιείς και χαμόγελο για να γελάσεις και θα γίνω ησυχία για να κοιμηθείς και θα γίνω κλουβί για τα άγρια μέσα σου και αλήθεια για να πειστείς και θα γίνω προσπάθεια για να σταθείς και θα γίνω γνώση και θα γίνω βοήθεια και θα γίνω ώμος για να πιαστείς και θα γίνω πατρίδα να βρεις σπίτι και θα γίνω μάνα σου και αδελφή σου και οικογένειά σου και φίλη σου και θα γίνω μια υποψία στο μυαλό σου μήπως ο κόσμος μπορεί και αλλιώς, και θα σου κάνω τον φόβο δύναμη και το αδύνατο πραγματικότητα και δε θα έχεις πια υποκοριστικά άνθρωπε. 

Και αν ποτέ καταφέρεις να με κοιτάξεις στα μάτια, κι αν ποτέ βρεις μιλιά να αρθρώσεις και δύναμη να σταθείς και με ρωτήσεις πως με λένε κι απο που έρχομαι θα σου πω πως ούτε όνομα ούτε πατρίδα έχω σ’ αυτή την ανθρωπότητα. Αλλά οι φίλοι με φωνάζουν ελπίδα.

p.s. Ευχαριστώ πολύ το http://www.doctv.gr για τη δημοσίευση του κειμένου στις 05/12/2015 Link: http://www.doctv.gr/page.aspx?itemid=spg9073

Το κορίτσι στο Χ93

Κρατούσα σταθερά το τιμόνι. Το μόνο πηδάλιο που πλέον μπορούσα να ελέγξω που με πάει. Κι ας μην είχα πια προορισμό. Επιτάχυνα στην Αττική οδό. Προσπερνώ πασχαλινούς εκδρομείς. Αμάξια που κουβαλάνε ποδήλατα, γιαγιάδες που πετάνε φλούδες μανταρίνια έξω απο το παράθυρο και όποιον πάρει ο χάρος. Κλουβιά δεμένα στην οροφή με υπερτροφικά καναρίνια, μισή προίκα για τρεις μέρες και κακομαθημένα παιδιά στο πίσω κάθισμα. Με κοιτά μια μεσόκοπη κυρία απ’τη θέση του συνοδηγού με ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη. Ήθελα να της φωνάξω, αλλάζουμε;

Έτσι για μια στιγμή να νιώσει το πετσί μου πάλι πως είναι να ανήκεις κάπου. Μια τόση δα στιγμή που κανείς άλλος δε θα καταλάβαινε τη διαφορά. Έξοδος Κηφισίας. Σταματάω στο φανάρι, μπροστά λεωφορείο. Χ93. Καίνε τα μάτια απο ένα κλάμα γοερό, αδίστακτο. Απο αυτά τα δάκρυα που κάνουν κρότο. Που καίνε στα μάγουλα. Αυτά που αφήνουν σημάδια για πάντα. Τα απαρηγόρητα.

Σηκώνω το βλέμμα και έχεις κολλήσει τη μύτη σου στο πίσω τζάμι του λεωφορείου. Με κοιτάς με μάτια μεγάλα, καστανά. Είσαι δεν είσαι τριών χρονών κορίτσι. Καρέ μαλλιά και οι αφέλειες πέφτουν στο μέτωπό σου αγορίστικα. Φοράς ένα κίτρινο πουκάμισο και μια τζιν σαλοπέτα. Έχεις σκαρφαλώσει στο κάθισμα και με κοιτάς κρατώντας στο ένα χέρι μια πορτοκαλάδα ρουφώντας νωχελικά απο το καλαμάκι σου. Διαολίζομαι που έχω μάρτυρα στον πόνο μου. Σταμάτα να κοιτάς. Σταμάτα.

Ανοίγεις το στόμα και αφήνεις τα χνώτα σου πάνω στο κρύο τζάμι. Απλώνεις το ελεύθερο, παιδικό, τροφαντό σου δαχτυλάκι και σχηματίζεις ένα χαμόγελο. Σηκώνεις το βλέμμα. Με κοιτάς. Ξεραίνεται και ο ιδρώτας που στάζει απο τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Σχεδόν τον μυρίζω. Πόσα να προλάβω να σου μάθω για όσα έρχονται.

Άκου κορίτσι μου να ξέρεις. Όπως εγώ έτσι και πολλοί θα κρύβουν τη θλίψη τους πίσω απο γέλια μυτερά. Θα βλέπεις κόσμο να γελά και την ψυχή του να πονάει. Θα δεις κόσμο να ζευγαρώνει απο φόβο μη μείνει μόνος. Να μην παλεύει για τα θέλω του και να συναινεί σε μια ζωή χωρίς αλήθεια ή μισή. Να φτιάχνει μια ιδέα για τον εαυτό του και να περνάει μια ζωή προσπαθώντας να πείσει τους άλλους γι’αυτό που είναι. Θα βρεις ανθρώπους που θα έρθουνε κοντά σου. Θα βυθιστούνε μέσα σου, πάνω σου. Μα όσο και να σε αγγίξουν ίσως δε σε ακουμπήσουνε ποτέ. Άλλοι δε θα ξέρουν πως να κολυμπήσουν στη θάλασσα που κρύβεις μέσα σου κι άλλους θα τους πνίξεις μοναχή.

Άκου κορίτσι μου γλυκό. Θα παλέψεις, θα νιώσεις ανίκητη, θα σου πούνε λόγια, θα σου τάξουν ό,τι δεν φαντάστηκες ποτέ, θα σε κάνουν να πιστέψεις πως κανείς δε σου μοιάζει. Και θα έρθει μια μέρα που θα κάνεις το ίδιο. Θα δώσεις ό,τι έχεις χωρίς να κρατάς ψίχουλο για σένα. Θα ξοδευτείς, θα αναλωθείς, θα συρθείς, θα πονέσεις. Θα έρθουν νύχτες που δε θα θες να τελειώσουν και μέρες που δε θα ήθελες να ζεις. Θα μυρίζεις ένα μπλουζάκι που ξέμεινε απο αυτόν που αγάπησες και εκεί θα αρχίζει και θα τελειώνει η μέρα σου.

Και θα έχει η μοναξιά σου τότε μια δόση δηλητήριο. Μια γεύση πικρή και στυφή όταν μόνη περπατάς, σαν μόνη πλαγιάζεις αναζητώντας μάταια μισό πόντο ζεστό κορμί μέσα στα σεντόνια. Θα έρθει η ώρα που θα κάνεις το γύρο του κόσμου σαν πουπουλένια πειρατής και θα γελάς. Θα έρθει η ώρα που θα σου σκάσουν το μπαλόνι αυτοί που στο γέμισαν αέρα. Και η πληγή αυτή ίσως δε γιάνει. Δε θα την κάνει μάκια κανείς. Δε θα είναι εκεί η μαμά να σε σηκώσει απο το πεσμένο σου ποδήλατο. Θα είσαι εσύ εκεί άραγε να σηκωθείς; Θα είμαι εγώ εκεί να σου ζωγραφίσω τότε ένα χαμόγελο στα χνώτα του παρμπρίζ μου;

Άκου κορίτσι μου. Ζωγράφιζε χαμόγελα και φόρα τα στην ψυχή σου μέσα. Και σε όσες στάσεις κι αν κατέβεις στη ζωή να θυμάσαι αυτές που έμεινες και γελούσες τόσο ηχηρά που σήκωνες νεκρό κι απο τον τάφο. Στο λεωφορείο αυτό όσοι κι αν κατέβουν θα νομίζεις πως χάνονται για πάντα. Τίποτα δε χάνεται. Ό,τι δεν σε αφήνει ποτέ είναι μόνο η δυνατότητα να πετάς στα σκουπίδια αυτό που είχες χθες θεό. Τίποτα δε σε ξεπερνά. Μαθαίνουν οι άνθρωποι απλά να προσπερνάνε.

Το φλας σε κάθε του επανάληψη μοιάζει με σφυρί σε έδρανο δικαστικής αίθουσας. Ένοχη. Γιατί δε σταμάτησες να πιστεύεις στους ανθρώπους. Ισόβια κάθειρξη. Γιατί ακομα πιστεύεις στην αγάπη. Εκείνη την ανεπιτήδευτη, την αραχνούφαντη, τη γλυκιά. Εκείνη που θυμίζει τη γιαγιά που κρυφά σου αγόραζε μια σοκολάτα. Αυτή που τα φέρνει όλα ανάποδα, που δεν βρίσκει εμπόδια, που υπερπηδά κάθε δυσκολία. Που γεννιέται μέσα απο το τίποτα, που γίνεται τα πάντα, που ξεχνά πως ξεκίνησε, που επαναπροσδιορίζει την ύπαρξή της, που αναπλάθει τις πληγές, που γιατρεύει τον πόνο, που γεμίζει βιβλία και στίχους και ποιήματα και τοίχους στους δρόμους. Αυτή που ξεκινά μέσα σου και δε βρίσκει πλάτος και μήκος στη γη τούτη να μην απλωθεί και να μη φτάσει.

Άκου κορίτσι μου, όταν σου απλώσουν το χέρι κράτα το σφιχτά. Κι αν το αφήσουν μη φοβηθείς. Κι αν δε θέλουν ό,τι είσαι μη λυγίσεις. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Για λίγο καμιά φορά μέσα στο πάντα σου. Κι αυτό το λίγο θα φαίνεται να είναι δυο και τρεις ζωές που θα ήθελες να ζήσεις για να το χορτάσεις.

Άκου κορίτσι μου. Ίσως κάποτε βρεθείς πάλι χωρίς αρχή, χωρίς να ξέρεις, χωρίς να θες, χωρίς αυτούς που αγάπησες, χωρίς οικογένεια. Όσο πεσμένη κι αν είσαι ξάπλωσε στον πάτο αυτό, απλώσου σα χταπόδι, πάφλασε τα πλοκάμια σου στο τρικυμιώδες τίποτα και μείνε όσο χρειαστεί. Σήκω απο τα βρύα και τις λειχήνες για να κάνεις κι άλλα λάθη. Μεγαλειώδη, κοσμοϊστορικά, τραγελαφικά. Λάθη ασυγχώρητα για όσους δε νιώθουν. Για να χάσεις κι άλλους ανθρώπους, για να θες ξανά, για να ζεις. Ελεύθερα και ανελέητα θα είναι τα χτυπήματα. Και έτσι γεμάτη μελανιές θα έχεις σώσει τον πόλεμο μέσα σου. Θα έχεις κατακτήσει και το τελευταίο πεδίο της μάχης. Θα κάθεσαι πάνω απο τα πτώματα του νου και θα κάνεις τσιγάρο στη μνήμη όσων δεν άντεξαν, δεν μπόρεσαν, δεν ήθελαν, δεν έδωσαν, δεν προσπάθησαν. Όσων δεν.

Άκου κορίτσι μου. Θα κάνεις φίλους. Αυτοί θα είναι ο καθρέφτης σου. Η ωμή αλήθεια που δεν τόλμησες να παραδεχθείς ούτε στον ύπνο σου. Βάστα γερά αυτούς που θυσιάζουν μέρος απο την ευτυχία τους για να μοιραστούν τη δική σου δυστυχία. Κι όταν κορίτσι μου θα μοιάζουν όλα μαύρα αυτοί θα το σπάνε σε αποχρώσεις. Κι όσο κι αν δε ζουν αυτό που ζεις τόσο πιο πολύ θα ανοίγουν χαραμάδες με φως. Μείνε κοντά σε εκείνους που σε θέλουν χωρίς λόγο. Σε αυτούς που σηκώνουν το τηλέφωνο να πάρουν και εμφανίζονται στην πόρτα σου. Γιατί έτσι.

Άκου κορίτσι μου. Όπως ρουφάς το καλαμάκι έτσι θα νιώσεις κάποτε οτι σου ρούφηξαν τη ζωή απο μέσα σου. Όπως ζωγραφίζεις σε ένα τζάμι έτσι κάποτε κάποιος θα γράψει απο πάνω. Όπως θα περνάνε τα χρόνια έτσι θα δεις οι άνθρωποι να λικνιζονται όλο και πιο πολύ σε μια ψευδαίσθηση πως τους προσδιορίζουν μόνο οι επιτυχίες τους. Η δουλειά, τα σπίτια, τα λεφτά. Θα τους ακούς να μιλάνε μόνο για τον εαυτό τους, τι κατάφεραν, τι αγόρασαν, που πήγαν. Στον εαυτό τους τα λένε για να τον πείσουν πως κάθε μέρα δεν κυλά ανώφελα. Ούτε λόγος για το τι αγαπούν, για τα λάθη τους, για τη βαρεμάρα τους, για όλα αυτά που τους κάνουν απλά ανθρώπινους. Η προσπάθεια είναι κορίτσι μου αυτό που είσαι. Τίποτε μετά απο αυτό δεν είναι θεμελιώδες, δεν είναι συμπαγές, δεν είναι μόνιμο, δεν είναι σίγουρο, δεν είναι για πάντα δικό σου. Μόνο η προσπάθειά σου.

Άκου κορίτσι μου. Έχω τόσα να σου πω που θα μας πάρει η μαύρη νύχτα. Έχω ακουμπήσει την ψυχή μου στο ταμπλό και την περιφέρω αφύλακτη. Κι όσο με κοιτάς τόσο ξεγυμνώνομαι. Τόσο με καίει η σάρκα μου και τρεμοπαίζουν τα δάχτυλά μου ρυθμικά στο τιμόνι. Κι όσο κρατάει αυτό το φανάρι ήσουν η πιο αληθινή μου παρέα. Για όλα αυτά που σε περιμένουν και δεν ξέρεις. Για όλα αυτά που ήρθαν και δεν τα περίμενα.

Άκου κορίτσι μου. Μην πιστέψεις πως κάτι δε το μπορείς. Μην πιστεύεις πάντα σε όλα όσα έμαθες. Μην αφήσεις τον κόσμο να σε θάψει στα πρέπει και τα μη και τα όχι. Δεν υπάρχει τζιζ στη ζωή. Το πιο καθαρό σου οξυγόνο θα είναι μόνο εκεί που σε αγαπάνε. Όπως είσαι. Και όπως δεν είσαι. Και όπως έγινες. Και όπως δεν έγινες. Και όπως γελάς. Και όπως κλαις. Και όπως σπέρνεις τη χαρά. Και όπως βυθίζεσαι μέσα στη μαύρη θλίψη.

Και όπως θα μεγαλώνεις ίσως σε πετύχω να περπατάς, κοπέλα πια, στο δρόμο κρατώντας ένα ανδρικό χέρι σφιχτά. Ίσως του γελάς και του χαρίζεις το πιο ζεστό σου χαμόγελο. Ίσως η αγκαλιά του γίνει το σπίτι σου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο προορισμός σου, η δύναμή σου. Ίσως η αγάπη του σου δώσει το πιο βαθύ φιλί και το πιο γερό χαστούκι. Ίσως περάσει απο πάνω σου σαν τανκ. Ίσως δε φτάνουν όλα τα τσιγάρα και τα ποτά για να καπνίσεις και να πνίξεις τον πόνο μέσα σου. Ίσως ό,τι έκανες ως τότε στη ζωή σου να νιώθεις πως δεν αρκεί γιατί έχει μηδενίσει το κοντερ. Ίσως μια ψυχρή υπογραφή γίνει το τέλος σε αυτό που κάποτε δεν υπήρχαν λέξεις ακόμα πλασμένες να το περιγράψεις. Ίσως κάποτε κάθε μέρα να γίνει μια ακόμη ημέρα μακριά απο εκείνον. 67, 151, 180 και 15 ώρες και 42 δευτερόλεπτα. Τώρα και 43. Κάποτε μπορεί να δεις τη ζωή σου σε κούτες. Ίσως ακουμπήσεις σε μια απο αυτές που γράφει εύθραυστο. Θα ανάψεις ένα τσιγάρο. Το μόνο εύθραυστο εκεί γύρω ίσως κανείς δεν καταλάβει πως ήσουνα εσύ. Αυτό που δε το έγραψε κανείς επάνω του με μαρκαδόρο. Αυτό που δε θα βάλει κανείς σε μια κούτα να το πάρει μαζί.

Άκου κορίτσι μου. Αυτοί που αγαπάνε και με την τελευταία σταγόνα στο αίμα είναι πάντα δυνατοί ακόμα και πεσμένοι, ακόμα και στο τίποτα. Γιατί χωρίς αυτούς που αγαπάς σα να τράβηξες ψυγείο απο την πρίζα. Λήγουν και τα γάλατα λήγουν και τα μέσα σου. Ίσως τότε μείνεις να χαιρετάς σαν ξένος τον πιο δικό σου άνθρωπο. Ίσως δε γυρίσει ποτέ να κοιτάξει τι αφήνει πίσω. Ίσως κάποτε βρεθείς 3 το πρωί να βλέπεις σε λούπα ένα βίντεο που σου λέει σ’αγαπώ και να στρίβεις στη μαστούρα σου αναμνήσεις απο γέλια πνιχτά και περασμένα, φιλιά και πόδια μπλεγμένα και όνειρα που δεν είχαν μήτε πάτο μήτε ουρανό.

Άκου κορίτσι μου. Όσα και να σου μάθουν, όσες απαντήσεις κι αν έχεις μέσα σου θα έρθει μια μέρα που θα ζεις μόνο με ερωτήσεις. Πως απο εδώ και πέρα; Και θα κάνει το μυαλό σου ελεύθερη πτώση και θα πέφτεις πιο γρήγορα απο ποτέ. Μην κλείσεις τα μάτια.

Άκου κορίτσι μου. Κάποτε το πιο αγαπημένο σου παιχνίδι θα το βρεις βρώμικο σε μια ξεχασμένη γωνιά της αποθήκης. Κάποτε το τραγούδι που αγάπησες δε θα θυμάσαι καν ποιος το έλεγε. Κάποτε θα ξεχάσεις τούτη εδώ τη στιγμή που με κοιτάς. Κάποτε θα θες να γαληνέψεις πόνους και θα έρχονται ακόμη μεγαλύτεροι και θα προσπαθείς να εξημερώσεις τα θηρία γύρω σου αλλά θα είναι μέσα σου. Κάποτε ίσως κανείς δεν καταλάβει. Κάποτε θα σκεφτείς τα λάθη σου αλλά θα είναι αργά. Κάποτε θα ψάχνεις για λίγη αγάπη και όλοι θα έχουν πέσει για να κοιμηθούν. Κάποτε θα δεις μπροστά σου όλα αυτά απο τα οποία έτρεχες μια ζωή να κρυφτείς. Κάποτε θα έρθει η ώρα να κερδίσεις τις μάχες που δεν κέρδισε κανείς για εσένα. Κάποτε θα καταλάβεις πως παλεύεις μόνο με τον εαυτό σου. Οι γύρω είναι μόνο θεατές. Για λίγο συμπρωταγωνιστές.

Άκου κορίτσι μου. Τα ωραία στη ζωή κρατάνε λίγο. Τα πολύ ωραία όσο προσπαθείς. Μη σταματήσεις κορίτσι μου να προσπαθείς. Βρες τη δύναμη και μην ξεχάσεις τα όνειρά σου, μη τα βάλεις ενέχυρο σε κανενός το ανταλλακτήριο. Μην ξεπουληθείς κι αν το κάνεις να είναι μόνο για λίγο. Στο τέλος θα είσαι εσύ υπεύθυνη για όλα. Όσες ευκαιρίες και να δώσεις να ξέρεις πως δε θα τις πάρεις πίσω ποτέ. Οι άνθρωποι ξεχνάνε γρήγορα. Πόσο τους αγάπησες, πόσα τους έμαθες, πόσο σφιχτά τους κράτησες, πόση αλήθεια έδωσες, πόσα ναι τους είπες μόνο για να δεις τη χαρά στα μάτια τους. Μάθε να συγχωρείς αληθινά. Λέγε αλήθειες κι ας πονάνε. Οι πολλοί δεν φτιάχτηκαν για να αντέχουν αλλά για να ανέχονται όσα δεν αντέχουν. Άκου κορίτσι μου. Όποιος δεν αντέχει το λίγο σου δε θα μπορεί και το πολύ σου.

Ανάβει πράσινο. Πρέπει να σε προλάβω να στα πω. Να μη γίνεις σαν εμένα. Ακολουθώ το λεωφορείο μέχρι το τέρμα του. Κατεβαίνω απο το αυτοκίνητο και τρέχω μέσα στο κρύο να χτυπήσω την πόρτα του οδηγού να μου ανοίξει. Μου κάνει νόημα, δεν καταλαβαίνω. Ανοίγουν οι πόρτες και μου λέει νευρικά “είναι εκτός λειτουργίας το λεωφορείο κυρία μου, δε βλέπετε που είναι άδειο;

Ανεβαίνω δυο σκαλιά και κοιτάζω. Κανείς.

Αφήνω ένα σχεδόν άηχο συγνώμη στον οδηγό σα μεταμεσονύκτιο εισιτήριο της τρέλας μου.

Μπαίνω στο σπίτι της μάνας μου κάθιδρη. Τρέχει καταπάνω μου. “Κοίτα τι βρήκα! Είναι απο τη μέρα που είχαμε πάει βόλτα όταν ήσουνα μικρή με το λεωφορείο“. Μου δείχνει μια φωτογραφία. Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά.

FullSizeRender-2

Άκου κορίτσι μου. Κανείς δε θα σου πει πιο δυνατά την αλήθεια απο εσένα την ίδια. Αντίο και καλή σου τύχη.

Γράμμα σ’ έναν ποιητή

Έσπασε τη σιωπή μια κόρνα. Ξανά πάλι. Πολλές μαζί τώρα. Απόγιομα Σαββάτου. Κάποιος παντρεύει μια κόρη σήμερα. Κάποιος θυσιάζει θυγατέρα στην πανσέληνο. Κάποιος περήφανος πατέρας σφουγγίζει τον ιδρώτα του Ιούλη με μαντηλάκι τσέπης και βιαστικά το ξαναβάζει μέσα. Έτσι το μυαλό μου στάζει σήμερα. Χωρίς ταμπονάρισμα, χωρίς αίσθηση, συνεχίζει αδιάκοπα να παράγει ορό αλήθειας και να προκαλεί τρέμουλο, μια διαολεμένη άρνηση να ανοίξεις τα μάτια να δεις.

Έφυγες.

Στρίβεις ένα τσιγάρο. Σε βλέπω ξανά με σκούρες κοντές μπούκλες να κοιτάς πάνω απο τα γυαλιά σου. Γελάς και ψευδίζεις λίγο το σίγμα. Συρτό. Εξαντλητικό. Σήμα κατατεθέν.
Είναι δεν είναι 1994 και ανεβαίνω σκαλιά πάλι. Πολλά. Με ένα σάκο στον έναν ώμο. Αργοπορημένη. Και στο τέρμα είσαι εσύ. “Καλώς το πουλάκι μου κι ας άργησε. Έμπα μέσα.” Ο δάσκαλος.

Κάθομαι ξανά σήμερα στο θρανίο Παναγιώτη. Να μάθω κάτι που δεν μου έμαθες ποτέ. Πως χωρίς αυτούς που αγαπάς. Παρούσα μα αδιάβαστη. Με πνεύμα αλλά κάτω απο τη βάση.

Έφυγες.

Κοιτάζω έξω απο το παράθυρο. Σε βλέπω να μπαίνεις παλεύοντας σε ένα ξεχαρβαλιασμένο πράσινο seat ibiza. Οι τσάντες σου γεμάτες φυλλάδια. Το μυαλό σου γεμάτο ιδέες. Ο τρελός του χωριού. Ή μήπως ο πιο λογικός στον κόσμο των τρελών; Και μια άσπρη, πλαστικούρα αεροτομή σαν απορροφητήρας της γιαγιάς. Όταν στο είπα με κυνήγαγες. Την πάτησες δάσκαλε. Μάθημα δικό σου πρώτο. Να λες αυτό που θες χωρίς φόβο.

Έφυγες.

Γυρίζεις ξανά στην έδρα. Σηκώνεις τα μανίκια. Μέχρι τον αγκώνα. Αν νευριάσεις παίρνεις αυτό το βλέμμα μπλαζέ που σκοτώνει ιπποπόταμο διηπειρωτικά. Αυτό που δεν φόβισε κανέναν αλλά έκανε συνειδήσεις να τρίζουν σαν ροκανίσματα απο πριονοκορδέλα. Πιάνεις κιμωλία. Τη γυρίζεις δυο φορές στο χέρι σα να ζυγίζεις τη στιγμή. Δε τη σπας ποτέ. Γεμίζεις ένα μαυροπίνακα. Γεμίζεις τις ψυχές που σε ακούνε. Δίνεις ανόθευτα γνώση και κάπου εκεί βάζεις το δικό σου σπέρμα στα μυαλά. Και πόσους απο εμάς έθρεψες και βύζαξες με τις ιδέες σου σχεδόν κοιλοπονώντας. “Μια μέρα θα θυμάστε έναν απόκληρο, έναν που πως τον λέγανε μωρέ τον αριστερό μπαγάσα που μας έλεγε εκεί για Πολυτεχνεία, για αγώνες, για μάχες..και θα έχω χάσει αν θυμάστε μόνο εμένα κι όχι αυτά που έλεγα”.

Έφυγες.

Και περνάγανε τα χρόνια και κάθε μέρα ήσουν εκεί. Ετοιμοπόλεμος με ένα μάτσο φλωρόπαιδα. Αυτά του ιδιωτικού. Αυτά που γιατί να αλλάξουνε τον κόσμο αφού βολεύει ο τωρινός. Αυτά που ποτέ δε θα έλεγες έτσι. Γιατί οι ταμπέλες δεν μας ταίριαζαν ποτέ, έτσι δεν είναι δάσκαλε; Γιατί αυτές θα ήταν πάντα η αρχή της διάκρισης. Και στο δικό σου νου είχαμε όλοι το δικαίωμα στη μαλακία. Το δικαίωμα να ξεφυτρώσουμε εκεί που δε μας σπείρανε. Οχι μόνο για όσα μας αφορούν. Όχι μόνο για όσα μας αγγίζουν το σπίτι και τη ζωή. Για τον διπλανό μας ρε γαμώτο. Και πάλευες σε ένα δυαράκι στα Ιλίσια τότε με φως ανοιχτό ως τις μεγάλες ώρες πρωϊνές για χειρουργείο μεγαλεπήβολο μεταμόσχευσης εγκεφάλων. Για να πάρουν τα παιδιά τα γράμματα, για να τα πάρουν και να τα κάνουν δικές τους λέξεις, δικό τους νόημα. Με ένα ουίσκυ νέτο σκέτο παραδίπλα να αφήνει στάμπες στα γραπτά. Σήκωνες τα πόδια στο γραφείο, κατέβαζες τα γυαλιά, έτριβες τα μάτια, μεγαλειώδεις οι στιγμές που τα έκλεινες, ταξίδευες όπου εσύ ήθελες.

Έφυγες.

Μα πρόλαβες. Να κάνεις την παρουσία σου πιο βαρύγδουπη απο ποτέ. Κι απο χθες σα να κόπασαν οι μουσικές. Πρόλαβες. Να κάνεις τον κόσμο να φαίνεται τώρα πιο μικρός, πιο λίγος, πιο φτωχός. Και θα με έβριζες τώρα γι’αυτά γιατί η αλήθεια είναι ίσως το αντίθετο. Πως έκανες τον κόσμο για μερικούς απο εμάς πιο μεγάλο, πιο πολύ, πιο γεμάτο. Αυτό είναι το έργο σου. Θα είσαι πάντα εδώ. Μάθημα νούμερο δύο: να αλλάζεις ό,τι δεν σου αρέσει.

Έφυγες.

Θυμάμαι ένα σου ζεϊμπέκικο στο νησί. Κάπου 2000. Με ένα camel στο στόμα, το δαχτυλίδι σαν αλλοτινό λάφυρο απο τον οίκο των Λάνιστερ, μανίκια ξεκούμπωτα και εσύ να στροβιλίζεσαι σα δερβίσης και τα γαρύφαλλα κατα ριπάς. Ακόμα δεν ήξερες. Ακόμα δεν φανταζόσουν. Ακόμα πάλευες μόνο με τα θηρία μέσα σου.

Και ήρθε η ώρα να πούμε τότε το πρώτο αντίο. “Ρεμάλι σε παραδίδω στην κοινωνία. Ξέρω πως θα το βρω μπροστά μου αλλά έκανα το καλύτερο δεδομένης της κατάστασής σου.” Τι είπε τώρα ο άνθρωπος σκέφτηκα. “Είσαι κι εσύ βαρεμένη σα τον αδερφό μου. Μα Κοινωνιολογία; Έστω θα είσαι στην Κρήτη. Κουφάλα. Τα κατάφερες. Ρακές και Μαρξ. Ζωάρα.” Έκανα να φύγω γελώντας. “Μη σταματήσεις να γράφεις εσύ. Θα σε αφαλοκόψω μικρή”. Μου έσπρωξε ένα βιβλίο στην τσάντα σα τη μάνα που παραχώνει ενα καρβέλι στο δισάκι του γιου πριν μπαρκάρει και με ένα ανεπαίσθητο πατ πατ στην πλάτη αγκαλιαστήκαμε αληθινά και τράβηξε καθείς το δρόμο του με ένα άηχο να προσέχεις.

Έφυγες.

Και ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου το κάλεσμά σου με το επίθετό μου. Και σε πόσους άλλους. Κράξιμο απο τα λίγα. Το μόνο που σε κάνει να γελάς χωρίς αύριο. Με τις αθώες απειλές για ξεκουρούπιασμα. Λείπουν κι αυτές διάολε. Σε βρήκα να πονάς μετά. Χτυπημένος μα ποτέ λαβωμένος. Μέτραγες τι έχει μείνει όρθιο. Είχες πάντα ένα θέμα με τους απολογισμούς. Ή όπως έλεγες εσύ ισολογισμούς. Τι μπαίνει. Τι βγαίνει. Τι μένει το μετράς όταν πέφτεις στο κρεβάτι και κλείνεις τα μάτια. Και πόσα βράδια τα έκλεισες σφιχτά όχι απο φυσικό πόνο αλλά απο συνήθεια να θες να αλλάξουν όλα. Με ένα βιβλίο στο χέρι. Πιο διαβασμένος απο ποτέ. Διψασμένος ρούφαγες γραμμές και δε ξεδίψασες ποτέ.

Διψάς ακόμα; Τόσα παιδιά σου θα τρέξουν τώρα με νερά πηγής για να σε ξεδιψάσουν. Η Μαρίνα. Ο Δημήτρης. Η Μαριάννα. Η Χρυσάνθη. Η Δήμητρα. Η Όλγα. Η Ανδριανή. Ο Νίκος. Εκατοντάδες ακόμα σαν εμάς. Όλοι παιδιά δικά σου.

Έφυγες.

Κάπου στα Πετράλωνα. 3 χρόνια πριν. Καλοκαίρι περίπου πριν τα μέσα Ιουλίου. Δε ψάχνω τη μέρα. Αν είναι η ίδια θα κοστίσει πολύ. “Ζεστή ρακή πατριώτη; Για ξύρισμα πάμε;” φωνάσκεις στον ταβερνιάρη. Και κάπου ανάμεσα στα πνιχτά γέλια των γύρω ήσουν πιο δυνατός. Ρόλαρε η γλώσσα η πύρινη, έκαιγαν κώλους τα σχόλια κι εσύ αυτοκρατορικός στην κεφαλή του τραπεζιού. Ιούλιος. Σαν Καίσαρας. Λέγαμε για τη ζωή. Μια στιγμή με ρωτάς. Είσαι σίγουρη γι’αυτά που θες μικρή; Όχι δεν ήμουν πάντα. Αλλά πολέμησα φίλε. Με τα λάθη. Με τα πισωγυρίσματα. Με δαίμονες δικούς μου. Σηκώθηκα ξανά. Καταλάβαινα. Καταλάβαινες. Δεν το έβαλα κάτω ποτέ. Μάθημα νούμερο τρία. Ποτέ μην απαριθμείς τι μαθαίνεις σε κάποιον. Σημαίνει πως υπάρχει τέλος στη γνώση. Δεν υπάρχει.

Έφυγες.

12 Ιουλίου. Θες να πούμε πάλι αντίο. Βιάστηκες. Έχεις αφήσει πίσω αγαπημένους σου, ρακές που δεν ήπιες, βιβλία που δε διάβασες, μουσικές που δεν άκουσες, ανθρώπους που δε γνώρισες, κιμωλίες που δεν τίναξες απο τα ακροδάχτυλα. Όλοι οι λόγοι που σε έκαναν να θες να ζεις. Αυτό το γαμημένο δικαίωμά σου στις μικρές χαρές και στιγμές ευτυχίας της ζωής δεν ήθελε κανείς να στερηθείς. Ήθελες θέα να γαληνεύει η ψυχή. Έχεις τώρα θέα εμάς να παλεύουμε εγωϊστικά με την αλήθεια.

Να μην κλείσω τα μάτια. Να έχω αυτιά ανοιχτά. Να έχω λόγο. Να έχω δύναμη. Να αλλάζω. Να συγχωρώ. Να προχωράω. Να μαθαίνω. Να πέφτω. Να ξαναπέφτω. Να κυλιέμαι στη λάσπη. Να δίνω μια και να σηκώνομαι. Να πετάω. Να καίγομαι. Να επουλώνω τις πληγές. Να ακούω. Να προσπαθώ. Να γελάω με τα λάθη. Να τα ξανακάνω. Να τα ξεπερνώ. Να βοηθάω. Να απλώνω το χέρι. Να ονειρεύομαι. Να μην κλείνω ποτέ τα μάτια. Να είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του εαυτού μου. Μάθημα ζωής. Δικό σου κι αυτό.

Είμαι τυχερή. Ακούς; Που είχα εσένα δάσκαλο και φίλο. Που άνθρωποι όπως εσύ θα μου δίνουν πάντα ελπίδα πως τίποτα δεν χάθηκε σε ένα κόσμο με απαθή κορμιά που βολοδέρνουν σκορπώντας μπουρδολογία στυλάτη. Που όσα λόγια ωραία κι αν με έμαθες να στοιχίζω σε σειρά τώρα όλα μοιάζουν τόσο λίγα για να πούνε ένα αντίο. Και κάπου ανασαίνεις δυνατά, κάπου ό,τι και να λες αν θυμηθείς ιστορίες απο την πελοποννήσια μάνα σου θα γελάσει κάθε πικραμένος, κάπου ψαρεύεις, κάπου χλευάζεις την αριστερά με το αντάρτικο πόλης, κάπου μιλάς μόνο για το Σοφάκι σου, κάπου προξενεύεις τον αδερφό σου όσο-όσο που αγαπάς, κάπου έχεις ξαπλώσει το ταλαιπωρημένο σου κορμί και μαζεύεις ήλιο με το σκύλο με τα ψυχικά νοσήματα που του απέδιδες παρακεί, κάπου γιάνεις, κάπου μυρίζεις τις σελίδες των βιβλίων και λιώνεις απο τη μαστούρα αυτή, κάπου έχεις έναν ακόμα μονόλογο εσωτερικό που σε οδηγεί στην τρέλα, κάπου ίσως λες “και γιατί αντίο ρε μαλάκες; Νομίζετε θα ζήσετε εσείς για πάντα; Εγώ ο προνοητικός έχω πιάσει πρώτο τραπέζι πίστα. Ρεμάλια”.

Και ποιος. Και πως. Και γιατί. Να εξηγήσει. Να σε εξηγήσει. Να μιλήσει. Να πει. Να ομολογήσει. Να σε εξομολογήσει. Μόνος σου έδειξες πως θα έπρεπε να είναι η ζωή. Για λίγες νύχτες ακόμα. Για λίγες μέρες ακόμα. Κόρνες και κάποιος παντρεύει μια κόρη. Κάπου έχουνε χαρά κι εμείς μαζεύουμε στιχάκια.

Πες ό,τι θες. Ακούστηκες πιο δυνατά σε αυτόν τον κόσμο απ’ όσο πίστευες. Βλέπω ορδές αγνώστων να σε εξυμνούν. Αυτός είναι ο δάσκαλός μου. Αυτός είναι ο φίλος μου. Αυτός είναι ένας μοναδικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός άνθρωπος που με λόγο και το κεφάλι ψηλά, περήφανα, ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και πάλεψε για τη ζωή. Για λίγες μέρες ακόμα κάθε φορά. Έλα και πάμε. Για λίγες νύχτες ακόμα. Έλα λίγο ακόμα. Χωρίς δύσκολα πια. Χωρίς να σου βάζει τρικλοποδιά κανείς. Χωρίς το σώμα να νοσεί και η ψυχή μόνο να γιορτάζει. Χωρίς όφου. Χωρίς ορούς. Χωρίς όρους. Χωρίς σωληνάκια. Χωρίς παρατάσεις. Έλα πάμε. Να σε ξεπροβοδίσουμε όλοι μαζί. Γνωστοί, άγνωστοι, φίλοι και μη, σύντροφοι και όχι, μικροί, μεγάλοι. Και πόση ειρωνεία. Όλοι ένα στο φευγιό σου. Όπως ήθελες να είμαστε. Ενωμένοι και κοντά ο ένας στον άλλο. Άνθρωποι γαμώ την τρέλα μου.

Πάμε μισό βήμα ακόμα. Εκεί εσύ ολόκληρος και εμείς πίσω μισοί, αδούλευτοι, βρωμιάρηδες, απαίδευτοι και κακομαθημένοι. Έρμαια στα πρέπει και τις προκαταλήψεις που με μια κουβέντα έκανες κωλόχαρτο-γυαλόχαρτο να σκουπιστούμε. Ο Παναγιώτης που άνηκε σε όλους και σε κανέναν. Καθείς με ιστορίες. Καθείς πάντα με ρακές. Καθείς στον πάγκο του. Καθείς με όσα έχει στο νου. Καθείς με όσα γέννησες εκεί. Καθείς με προίκα πια ό,τι θυμάται απο εσένα.

Έφυγες.
Για το παραπέρα σου.

Όχι. Γιατί μια μέρα θα καταλαγιάσουν οι φωνές, θα σωπάσουν οι λύπες, θα ρολάρουν οι μέρες και θα ξεχαστεί ο κόσμος. Μα πως να ξεχάσει; Και πάντα μέσα απο τα ποιήματα, τα γραπτά θα βρίσκει απαντήσεις. Όπως και εσύ. Ποτέ καθοδηγούμενος μα πάντα αυτοπροσδιοριζόμενος. Οξύ πνεύμα. Ενεργός πολίτης. Λυρικός ως το κόκκαλο. Μαχητής. Ποιητής. Δάσκαλος. Φίλος. Ελεύθερος άνθρωπος. Κάπως έτσι αύριο απο μακριά θα ακούσεις εκατοντάδες φωνές να σου μιλούν σαν ένα. Με ρυθμό, με αγάπη, με σεβασμό.

Έφυγες για την προκυμαία. Δεν κρατάς τίποτα στα χέρια. Χέρια ελεύθερα πέφτουν απο τους ώμους ξαλαφρωμένα. Κουνάς το κεφάλι να ξεπιαστείς. Τα βιβλία τα έγραψες μέσα σου. Οι μουσικές ηχούν στα αυτιά σου. Οι αγαπημένοι σου κλειδώσαν στην καρδιά.

Αύριο φεύγει το πειρατικό. Καθαρός ουρανός. Κι έχεις πρώτη θέση. Το εισιτήριο είσαι εσύ. Αύριο ξεκινάς για μια πόλη με λιμάνι. Και θα είμαστε όλοι εκεί. Όχι για να πούμε αντίο. Αλλά για να σου ευχηθούμε καλές νέες περιπέτειες. Για να μας υψώσεις το μεσαίο δάχτυλο με αγάπη.

Έφυγες πουλάκι μου;

Δε σε ακούω πια. Μόνο κόρνες πάλι. Κάποιος πάντρεψε σήμερα μια κόρη κι εσύ όλους εμάς μια ζωή με την αλήθεια και τον αγώνα σου.

Καλή αντάμωση μπαγάσα δάσκαλε. Αέρα στα πανιά σου. Πρώτη φορά θα είσαι τόσο μακριά μα πιο κοντά απο ποτέ.

Φωτεινή (aka η μικρή)

υ.γ. Αφιερωμένο στο δάσκαλο και φίλο μου Παναγιώτη Οικονόμου @Contrabbando. Και σε όλους εκείνους που χάθηκαν νωρίς απο τα μάτια μας αλλά άνοιγαν πάντα δρόμους για να διαβούμε οι υπόλοιποι αγόγγυστα.

Panagiotis

Against all odds

Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Και είναι τόσοι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι γύρω σου αλλά μοιάζουν τόσο αδιανόητα ίδιοι. Σου μιλάνε και δεν ακούς. Σε κοιτούν μα δε βλέπεις. Μερικοί γεννήθηκαν για να βλέπουν μόνο ό,τι εκείνοι θέλουν. Για να ακούν όσα έχουν σημασία. Όλα τα άλλα βάλε τα σε μια γωνία, πέτα τα, ξεφορτώσου τα. Περιττά λόγια, άνθρωποι μισοί, ψυχές ημίαιμες. Αλητεύεις μέσα στο ίδιο σου το μυαλό. Θυμάσαι. Ποιος είσαι. Απο που έρχεσαι. Τι πέρασες για να φτάσεις εδώ. Σημείο μηδέν. Κι όμως κανείς δεν βλέπει. Κανείς δεν ακούει. Φωνάζεις μέσα σου έτσι δεν είναι; Ουρλιάζεις χαμογελώντας σε μεσοαστικές εκδηλώσεις χαράς. Που έχωσες τον διάολο που νταντεύεις τόσο καιρό;

Μυτερά γέλια και συνειδήσεις χωρίς ξεκάθαρη πρόθεση. Πότε ξέχασαν όλοι να ζούνε γι’αυτό που ονειρεύτηκαν; Ή μήπως κάποιοι δεν έφτασαν ποτέ εκεί; Και πόσες συμπαντικές συναστρίες ζευγάρωσαν σα ζώα πάνω απο το κεφάλι σου για να φτάσω εδώ. Μπροστά σου. Με ακούς; Είμαι η δική σου φωνή. Είμαι η δική σου ιστορία. Είμαι αυτό που επέλεξες να γίνεις. Είμαι η σκέψη μέσα στην τελευταία τζούρα πριν πετάξεις το τσιγάρο.

Αντέχεις; Να περάσεις μέσα απο σκοτάδια και δράκους. Να καταλαγιάσεις φοβίες και τρέμουλα. Να τα δεις όλα καθαρά και να τρέξεις. Να μη χάσεις τίποτα για εσένα απο εδώ και πέρα. Να θυσιάσεις χωρίς να θυσιαστείς. Να ανακαλύψεις ξανά όλα αυτά που σε έκαναν να χαμογελάς.

-Ξέχασες; Να πιστεύεις.

-Ξέχασα. Να πιστεύω.

-Και τώρα;

-Τώρα τι;

-Τι μένει τώρα;

Ότι και να μένει ξεκινά εδώ. Πόσο λίγο μπορεί να είναι αν κρατήσει για πάντα; Πόσο κακό να είναι αυτό που το νιώθεις πιο σωστό απο όλα τα άλλα.

Οι άλλοι; Χαμηλώνεις το βλέμμα, κοιτάς πίσω, πόσες αγκαλιές, πόσα λόγια, μια ζωή ολόκληρη, φίλοι, σύντροφοι, γνωστοί. Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Και κάπου εκεί υπάρχει κάτι για εσένα. Κάτι που μοιάζει με όλα τα άλλα μα είναι για εσένα. Το νιώθεις; Το βλέπεις; Το ακούς; Το ξεχωρίζεις. Στάσου μπροστά του. Μη φοβάσαι. Αν δεν είναι για εσένα θα προσπεράσει όπως τόσα. Αν δεν αντέξει θα είναι γιατί δεν γεννήθηκε για να αντέξει τον κόσμο σου. Γιατί ποτέ δε θα μπορέσει να γίνει ο κόσμος σου.

Δε φταίνε οι άλλοι που δεν αντέχουν. Φταις εσύ που πας ως το τέλος. Ανάποδα. Πάντα ανάποδα. Και πόσο το πληρώνεις αυτό. Κάθε μέρα που το γέλιο σου κρύβει αδιαφορία. Κάθε πρωί που ξυπνάς δίπλα σε σώματα κρύα. Κάθε φορά που αναβάλλεις εσένα.

Και πόσοι αλήθεια κατάλαβαν ποτέ; Πόσοι μείνανε τελικά για να δούνε; Πόσο νωχελικά μπορείς να σπρώχνεις μια ζωή να μεγαλώσει. Πόσες εξαρτήσεις έβαλες στη ζωή σου και δεν εξαρτήθηκε τίποτα τελικά απο εσένα.

Είναι ώρα. Να σηκωθείς. Κι αν κανείς δε θέλει; Κι αν όλοι σε σπρώχνουν; Κι αν όλοι σε πετάνε κάτω πάλι; Δε σηκώνεσαι. Κατάλαβες; Ήρθε η ώρα να πετάξεις.

Για πόσα στη ζωή σου μπορείς να κάνεις χώρο; Μόνο για την αγάπη. Γι’ αυτή την ανόθευτη αγάπη που υπάρχει. Γι’αυτή που σε έμαθαν μικρό και απο τότε πέρασες όλη σου τη ζωή να την αναζητάς χωρίς να συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο. Υπάρχει;

Υπάρχει αυτό το ξημέρωμα που δεν θες να τελειώσει, που όλα μικραίνουν και μεγαλώνουν ανάλογα με το πόσο κοντά ή μακριά είσαι σε αυτό που θες, που όλα γίνονται μαύρα χωρίς και τόσο φωτεινά με. Που δεν έχει σημασία η ώρα, το μέρος, το στυλ, οι υποχρεώσεις, τα πρέπει, τα μη, οι κανόνες, οι συνήθειες. Μόνο αυτό που σε γεμίζει. Και γεμίζεις, ξεχειλίζεις και πνίγεσαι αλλά σε σώζει αυτός ο πνιγμός. Αλήθεια πόσο σε σώζει απο τις ανάσες που έπαιρνες απο συνήθεια.

Αυτή η ακατάπαυστη, ακατάληκτη, χειλικοέρπουσα ανάγκη σου που έκρυβες σε τραγούδια, διαθέσεις, όνειρα. Αυτό δεν είναι; Να ταξιδεύει η ψυχή σου, τα μέσα σου εκεί που κανείς άλλος δεν έχει πατήσει. Σε ένα μυαλό αχαρτογράφητο. Σε μια αγκαλιά ανεξερεύνητη. Σε κάτι που ποτέ δεν ήταν δικό σου αλλά το νιώθεις πιο δικό σου απο ποτέ. Παίζει παιχνίδια το μυαλό; Παίζει. Ας παίξει το δικό του σκοπό κι ας παίξω εγώ τον δικό μου. Ας παίξουν μαζί σου όλες οι γαμημένες δυνάμεις του κόσμου. Εσύ είσαι πιο δυνατός. Ποιος μπορεί να νοιαστεί γιατί είσαι διαφορετικός και να αφήσει στο πλάι τον εγωισμό που θρέφει απο παιδί. Ποιος στο τέλος της ημέρας μπορεί να καταλάβει και να διαβάζει τις σιωπές. Χαίρεσαι. Λυπάσαι. Σε θλίβει ο κόσμος. Που σπρώχνει ένα μαχαίρι πάνω σου σε κάθε ευκαιρία. Αν δεν είσαι έτσι, αν δεν μιλάς έτσι, αν δεν ντύνεσαι έτσι, αν δεν ζεις έτσι, αν δεν αντέχεις έτσι, αν δεν όλα έτσι. Βλέπεις ένα ζώο χωρίς νερό. Το παίρνεις μαζί σου. Ελεύθερος μαζί σου αλλά αγαπημένος. Έτσι.

Πόσα παραπάνω μπορείς να χάσεις απο εσένα; Τίποτα. Πόσο πιο πολύ να κρυφτείς απο αυτά που κάνουν την καρδιά σου να χτυπάει. Παίζεις κρυφτό με εσένα. Εσύ τα φυλάς. Εσύ σε βρίσκεις. Και πάμε πάλι. Πόσες φορές; Ξέρεις. Δεν είναι που ζηλεύεις που δεν είσαι κάπου μια στιγμή στο χρόνο. Είναι που είσαι εκεί ακριβώς γιατί χτυπά η καρδιά σου. Κι ας μη μπορείς να δεις χαμόγελα. Ας μη μπορείς να ζηλέψεις τον αέρα που κάποιος αναπνέει. Κάνε ένα βήμα πιο πέρα και μοιραστείτε τον.

Και μέσα σου θα διαβάζεις εκείνες τις γραμμές τις αλλοτινά τόσο ξένες “..έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά. Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο, να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος. Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο, να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω. Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου, για να μάθεις πια να μην κλωτσάς..”. Και κανείς δε θα καταλάβει. Και τι έγινε; Και ποιος ποτέ βυθίστηκε σε αυτές τις σκέψεις σου τις τόσο βρώμικα καθάριες, τις ακατανόητα δυσβάσταχτες εκείνες τις μεγάλες ώρες της νύχτας;

Κι αν παραφράσουμε το δημιουργό θα φώναζαν τα πάντα γύρω  “Και τι δεν κάνανε για να μας θάψετε αλλά ξεχάσατε πως εμείς μαζί ήμαστε σπόρος”. Και με αλήθεια και κουράγιο και με αγάπη όλα αλλάζουν. Γιατί είναι σπόρος. Πάτα τον και θα φυτρώσει παραδίπλα. Αλλιώς δε ζούμε τίποτα παρα μόνο συγκυρίες.

Κλείσε τα μάτια. Και έχεις ένα κενό. Και φυσάει ένας λίβας που φέρνει στο άρρωστα μοναχικό, ελεύθερο μυαλό σου μια σκέψη. Σε γεμίζει. Σαν ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά σου που ψάχνει το στήθος σου να τραφεί. Να γεμίσει. Να χορτάσει. Και σε λίγο ξανά πάλι. Σε χρειάζεται. Για να μεγαλώσει. Και είσαι εκεί να υπομείνεις ό,τι χρειάζεται γιατί γίνονται μαζί όλα πιο ωραία. Γιατί μαζί με αυτό μεγαλώνεις κι εσύ ξανά. Και τελικά πρόσεξες αν φυσάει ακόμα ή απλά έκλεισε το κενό;

Και μπορείς να αναπνέεις βαθιά ως τη στιγμή που θα ακούσεις να λέω σε βρήκα. Με βρήκα. Δεν φέρω τίποτα στην πλάτη μου αλλά είμαι εδώ. Δεν έχω να χαρίσω γιατί τα έδωσα όλα. Τα ξόδεψα όλα για να φτάσω ως εδώ. Δεν πιστεύω σε τίποτα παρά μόνο σε εμάς. Να μη μετανιώνεις για τίποτα. Να μη λυπάσαι για τίποτα. Πες πως είσαι ένας άνθρωπος όπως όλοι. Μέχρι που θα με ακούσεις να σου ψιθυρίζω. Δεν είμαι τέλεια, δεν είμαι διαφορετική, δεν είμαι καλύτερη, δεν είμαι ξεχωριστή, δεν είμαι όμορφη, δεν είμαι έξυπνη, δεν είμαι χαρισματική. Αλλά είμαι στην πόρτα σου ξυπόλητη και βρώμικη και χρησιμοποιημένη και με σκυμμένο κεφάλι και νυστάζω. Και δε θα έχεις δει τίποτα πιο αποκρουστικό στη ζωή σου να σου λέει πάρε με αγκαλιά. Κι αν δεις μέσα μου και καταλάβεις θα ξεκινήσουν όλα εκεί. Γιατί έλειπαν καιρό. Κι εγώ θα δώσω σε εμάς κάθε ευκαιρία που δεν μου και δεν σου έδωσε ποτέ κανείς στη ζωή. Και μέτρια θα ξεκινήσουμε για το πιο μεγάλο φινάλε. Ήσυχα μα εκκωφαντικά. Ανάποδα μα φανταστικά. Φαντάσου ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Φασαρία πολύ και η μουσική στη διαπασών. Τα φώτα χαμηλώνουν και ο θόρυβος μεγαλώνει. Μη φανταστείς τίποτα. Όλα είναι εδώ.

Να τα γκρεμίσουμε. Να τα φτιάξουμε απο την αρχή. Χωρίς εγώ χωρίς εσύ, χωρίς το πριν, χωρίς γιατί, χωρίς μετά, χωρίς αν, χωρίς τίποτα. Και πως το λένε αυτό σου έμαθε κανείς;

Απλά ζωή.

 

Rethimno

Photo: By me, Rethimno, Crete. Summer Dawn

*Ντίνος Χριστιανόπουλος, Με κατάνυξη – Ανυπεράσπιστος καημός (1960)

Ταξίδι στους Παξούς

Λάκκα, Παξοί

Intro

Οι γραμμές που ακολουθούν γράφονται ένα απόγευμα σαν όλα τα άλλα. Αυτό που αλλάζει,ίσως, είναι η οπτική. Σίγουρα διαφέρει η έμπνευση. Έρχεται από έξω προς τα μέσα. Ιδιαίτερο. Κρίμα να μη καταγραφεί σε μερικά κατάστιχα.

Οι Παξοί. Το νησί του Ποσειδώνα που δημιουργήθηκε όταν χτύπησε με δύναμη την τρίαινά του στο πιο νότιο σημείο της Κέρκυρας. Ήθελε να δημιουργήσει ένα νησί για να κατοικήσει με την ερωμένη του, Αμφιτρίτη. Έτσι μπορούν να πιστεύουν οι της μυθολογίας. Κι εμένα με εξυπηρετεί αυτό. Μου αρέσει να σκέφτομαι πράγματα για τα οποία δεν θα πάρω απάντηση ποτέ. Μου αφήνουν όλο το περιθώριο που χρειάζομαι, εκείνο το άπλετο, για να φανταστώ ό,τι θέλω εγώ. Ακριβό αλλά ανεκτίμητο να μη μπαίνει φρένο στη φαντασία.

Στην μετά τον 14ο αιώνα ιστορία τους (έχω κάνει το διάβασμά μου) οι Παξοί είναι ολοφάνερο πως έχουν σμιλέψει αρχιτεκτονική, κουλτούρα, χαρακτήρα και ιστορία μέσα από ένα σμήνος ποικίλων κατακτητών. Πολεμούσαν με πειρατές πριν την κατάκτηση των Επτανήσων από τους Ενετούς. Την πρώτη φορά που θα σταθείς, λοιπόν, στη Λάκκα, το πιο βορινό μέρος του νησιού και αντικρύσεις το κλειστό λιμάνι μπορείς να φανταστείς, όπως κι εγώ, πολλά.

Πειρατικά καράβια γεμάτα μέθυσους και επίδοξους, ξεδοντιάρηδες βιαστές να γεμίζουν μπαρούτι τα κανόνια των πλοίων τους με σκοπό την άμεση απόβαση και την υποταγή. Το λιμάνι σκοτεινιάζει. Τα καπηλιά της εποχής σερβίρουν ξινό κρασί και ένας αλλοτινός Μπαρμπαρόσα περπατά μισομεθυσμένος και ημίτυφλος στην παλιά προβλήτα κρατώντας μια κανάτα πριν πέσει στο νερό. Αν κάνεις ησυχία σου ορκίζομαι πως άκουσα δα και τον ήχο που έκανε σα συνάντησε το νερό.

Μετά ήρθαν οι Ενετοί. Εκεί, στο άλλοτε κάστρο του Διαλετού μπορείς να φανταστείς την καστανομαλλούσα Κατερίνα να δίνει κρυφά ραντεβού με τον Ιταλό έρωτά της κάθε μέρα. Και όταν ήρθε η άνοιξη εκεί, σιμά στα “λουτρουβιά” (ελαιοτριβεία), η ψυχοκόρη ξαπλώθηκε κατάχαμα. Δε ντράπηκε να σηκώσει τα φουστάνια της και του χάρισε ό,τι πιο πολύτιμο έκρυβε ανάμεσα στα στρουμπουλά της μπουτάκια. Τους κρεμάσαν και τους δυό.

Οι Δημοκρατικοί Γάλλοι που ακολούθησαν είχαν τρόπους. Έτσι μας αρέσει να σκεφτόμαστε. Έτσι μάθαμε να σκεφτόμαστε. Μην ακούσω για το τι λέει η ιστορία. Υπάρχει η δική μας και η δική τους. Δεν είναι Τούρκοι, λοιπόν. Είναι Γάλλοι οι επόμενοι. Θα ήσανε πιο amoureuse η κατοχή τους. Θα σε κατακτούσαν και με μια quiche lorraine δηλαδή ενώ σου απήγγειλαν έναν δικό τους ‘Δάντη’. Αλλά μην εφησυχάζουμε. Οι Παξοί δεν ησύχασαν εκεί. Πέρασαν από πάνω τους οι Ρωσότουρκοι, οι αυτοκρατορικοί Γάλλοι και η απελευθέρωση από τον Αγγλικό στρατό με ταγματάρχη τον Κολοκοτρώνη.

Εγώ με το νου τον φευγάτο σκέφτομαι πόσα κορμιά βιάστηκαν, πόσες σημαίες κατακτητών υψώθηκαν, πόσες μίξεις ηθελημένες και μη μας φέρανε εδώ, κι όμως οι λόφοι που πατήθηκαν από στρατό και ντόπιους και ξένους και παιδιά είναι οι ίδιοι. Γραμμένη πάνω τους είναι η ιστορία. Τα λιόδεντρα που χάμω τους κάνανε ραχάτι οι αντάρτες, οι τσιφλικάδες, οι βοσκοί τα άκουσαν όλα μα δεν είπαν λέξη.
Το 1864, περίπου 150 χρόνια πριν, λίγο πριν τους προπαππούδες μας, τα επτάνησα ενώθηκαν με την τότε Ελλάδα.

Κι έτσι σήμερα δεν χρειάζεσαι διαβατήριο για να έρθεις σε τούτο τον τόπο. Μόνο διάθεση για να εξερευνήσεις το άγνωστο και να δεις νέους κόσμους. Είσαι έτοιμος;

Το νησί.

Αφοπλιστικά καταπράσινο. Πως είναι οι Κυκλάδες; Καμία σχέση. Νερά λευκά και γαλάζια με απόχρωση ενός ελαφρύ σμαραγμένιου πράσινου. Μόλις πατήσεις το πόδι σου εδώ ξέχνα, λοιπόν, κάθε σίγουρη απάντηση που θα έδινες με αυτοπεποίθηση και κομπασμό στο ‘Ποιός θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;’ αν σε ρωτούσαν τι χρώμα έχει η θάλασσα. Μόλις έχασες. Εδώ δεν είναι μπλε.

Τα νησάκια γύρω από το Γάϊο, το κεντρικό λιμάνι των Παξών, σχηματίζουν τα πιο όμορφα φυσικά φιόρδ που έχεις δει. Γεμάτα τράτες, σκάφη, φουσκωτά, ιστιοπλοϊκά και θαλαμηγούς. Αλλά ήσυχοι όλοι. Μέσα στη χλίδα αυτή των μερικών, λες και το μέρος το επιτάσσει, μια ταπεινότητα απορρέει ακόμη κι απο αυτούς. Όποιος έχει ζήσει το ίδιο σκηνικό με τελείως διαφορετική διάσταση σε Saint-Tropez και Νίκαια ξέρει.

Εδώ υπάρχει κάτι παλιό. Σα να σταμάτησε ο χρόνος στην εποχή που τα σπίτια βάφονταν μόνο σε χρώμα ώχρας, παστέλ ροζ και γαλάζιου. Που οι κυράδες βγάζαν τα κοφίνια με τις μπουγάδες τους και άπλωναν περήφανες τ’ασπρόρουχα σε σκοινιά που ένωναν δύο αντικριστά κτίσματα. Εδώ, στο ίδιο σημείο ξέρεις πως είναι χρόνια η ίδια βουκαμβίλια (που εγώ βοκαμπίλια την έμαθα αλλά ένας ποιητής με διέψευσε). Τα ίδια λουλούδια στις εσωτερικές αυλές και τα γραφικά στενάκια και καλντερίμια του νησιού. Όλα μάρτυρες από παιδικά ποδοβολητά, ερωτικά στριμώγματα τις πρώτες ώρες της αυγής σε κρύους τοίχους και όσα άλλα βάζεις με το νου.

Στέκομαι να φωτογραφήσω έναν πιτσιρικά που έκανε σαματά και τον έβαλε η μάνα του τιμωρία στην άσπρη καρέκλα του γύφτου να κοιτάζει τους άλλους που παίζουν ακόμη. Απαρηγόρητος. Αλλά απτόητος. Συνεχίζει να δίνει οδηγίες ακόμη και καθιστός. Και τον ακούν. Τον υπακούν οι υπόλοιποι. Κάπως έτσι είναι πάντα οι αρχηγοί, σκέφτομαι. Δε χρειάζεται να είναι οι πιο επιβλητικοί, οι πιο δυνατοί, οι πιο προφανείς. Αρκεί να το λέει κάτι μέσα τους να οδηγούν, να ανοίγουν δρόμους σε στεριές, θάλασσες ή σκέψεις και οι άλλοι απλά ακολουθούν.

Καταπίνω το λίγο σάλιο που μου άφησε μια πολύ φευγαλέα σκέψη που έφερε ο νους και κατευθύνομαι προς την κεντρική πλατεία με την εκκλησία. Η φωτογραφία θα βγει αλλά πρέπει να διαλέξω φόντο. Ή τη θεία που καθαρίζει με την τεχνητή οδοντοστοιχία τον πασατέμπο σε χρόνο d-t στην καρέκλα παραδίπλα ή το ζευγαράκι  που έχει μπαστακωθεί στο κέντρο του πλάνου και φιλιέται. Το ζευγαράκι λοιπόν. Είμαστε ρομαντικές και ευαίσθητες ψυχές. Άλλωστε, χωρίς τον έρωτα πως..; Μου λες;

-Να σε κεράσω έναν καφέ πριγκιπέσσα μου.

Γυρνάω. Βρίσκω ανάμεσα στον κόσμο απέναντι σε ένα γραφικό καφέ κάτω από βουκαμβίλιες έναν παππού. Κοιτάζω πίσω να δω που μιλά.

-Ναι, εσένα λέω τζιέρι μ΄. Έλα, το μαγαζί δικό μας είναι.

Κάνω νόημα στην παρέα που με συνοδεύει να συνεχίσει, θα βρεθούμε πιο μετά. Πλησιάζω. Με βάζει να κάτσω ο κυρ-Γιώργης, παλιός καφετζής που είχε και καίκι. Τώρα έχει η εγγόνα του τον παλιό του καφενέ και όποια του γυαλίσει την κερνά καφέ κι ένα λουκούμι. Συνομωτικά εξομολογείται πως το λουκούμι είναι αγοραστό αλλά ο καφές έχει καϊμάκι που εκείνος το εφηύρε.

Μεταξύ άλλων διευκρινιστικών σχετικά με το απο που κρατά η σκούφια μου, αν δουλεύω, αν έχω παιδιά, αν έχω ξανάρθει στο νησί κ.λπ. διεξήχθη ο παρακάτω διάλογος..

-Σε βλέπω πέρα δώθε από χθες σιωπηλή με το ματσούκι στο χέρι, φωτογραφίες βγάζεις δα;
-Ναι, μου αρέσουν πολύ. Για να θυμάμαι.
-Καλά κάνεις.
Σιωπή. Με κοιτά. Ξεμακραίνει το βλέμμα. Σα να ζυγίζει τη στιγμή. Σα να..

-Αλλά τις στιγμές που όντως ζεις όσα χρόνια κι αν περάσουν θα τις έχεις μέσα σου. Άκου με. Εμένα τον γέρο. Δε θυμάμαι πόσα καίκια πήγα κι έφερα στη ζωή μου με κόσμο στο νησί αλλά αυτό που είχε μέσα τη γυναίκα μου, σαν σπάσαν τα νερά της, για να την πάω απέναντι δεν το ξεχνώ. Που χίλια ρημάδια εγκεφαλικά κι εμφράγματα να πάθω. Δεν ξεχνά η καρδιά και δεν αφήνει και το μυαλό να σβήσει τις θύμησές της.

Χίλια κομμάτια είναι λίγα. Θες ένα εκατομμύριο; Λίγα. Θες να πεις άπειρο να είσαι μέσα; Πες το. Εκεί με κατατρόπωσε. Με τεμάχισε, με αποδόμησε, με έκανε τροφή για καρχαρίες και με πέταξε στα βράχια σα χταπόδι.

Αποκαμωμένη έκλεισα το κλείστρο στην αγαπημένη μου και συνέχισα βουβή. Δεν έχω λόγια. Μόνο ένα επίμονο τσίγκλισμα στο πίσω μέρος του μυαλού.

Ο κόσμος.

Το νησί σε κάνει δικό του με το που ξεπροβάλλει στον ορίζοντα. Αν δεν χαλαρώσεις, αν δεν αισθανθείς την αύρα του καλύτερα να γυρίσεις πίσω. Αν οι καλύτερες διακοπές που έχεις κάνει ήταν αυτές στη Μύκονο που κόλλησες μυκητίαση στην πισίνα του Super Paradise, αλλά ήσουν στη Μύκονο, τότε το νησί δεν είναι για εσένα. Εδώ είναι το άλλο. Το απ’ αλλού φερμένο που λέει και ο ποιητής μας. Είναι ο τόπος που έρχεσαι και δίνεις καταφύγιο στις σκέψεις. Σε παύεις.

Κοντεύει Δεκαπενταύγουστος. Της Παναγίας. Εμένα δε με σώζει τίποτα. Τι έλεγα; Α, ναι. Είναι η πιο υψηλή σεζόν. Κι όμως έχει όσους του πρέπει το νησί. Τόσους ώστε να βρίσκεις θέση σε όποια παραλία θες με αρκετή απόσταση από τους επόμενους και πάντα ένα γεμάτο χαμόγελο να σε καλωσορίζει όπου κι αν βρεθείς.

Στο Μαναδένδρι, μια κρυμμένη παραλία με τα πιο όμορφα λευκά βότσαλα γνώρισα τη Μιρέλλα. Δεν ήταν ποτέ δύσκολο να γνωρίζω κόσμο. Λίγο χαμόγελο και καλή διάθεση.  Δουλεύει στο beach bar και έρχεται τρία καλοκαίρια τώρα. Μιλάει τρεις γλώσσες αλλά όχι ελληνικά. Μόνο γκλυκός, μέτριοζ και εντάξει. Είναι κουκλάρα. Από τη Ρουμανία. Κυκλοφορεί με το λευκό μαγιό της να πάρει παραγγελίες και σπέρνει άθελα εγκεφαλικά σε κάθε ελληνίδα που κάθεται δίπλα στο γκόμενο. Συγγνώμη. Δίπλα στη σχέση της. Το διασκεδάζω.

Βρίσκω μια ψάθινη ομπρέλα στην είσοδο σχεδόν μιας σπηλιάς και καθόμαστε. Έχω ότι χρειάζομαι. Τη μηχανή, το καινούριο μου βιβλίο, δύο καπέλα και αντιηλιακό. Στην πρώτη βουτιά στα τυρκουάζ νερά αν μείνεις ώρα κάτω από το νερό και έχει υπόγεια ρεύματα ακούς το σύρσιμο που κάνουν τα βότσαλα από την τριβή τους.

Νομίζω πως πιο αστείο θέαμα ήταν όσοι προσπαθούσαμε να βγούμε από τη θάλασσα και να μην πέσουμε πάνω στα βότσαλα. Κάθησα να διαβάζω το  βιβλίο μου. Καταραμένο ipad. Το καλοκαίρι θες τις σελίδες να μυρίζουν θάλασσα κι ας λερώνονται και λίγο. Σου αρέσει να κρατάς βάρος. Ειδικό βάρος. Αλλά η τεχνολογία έφερε κοντά μου σε 5 δεύτερα τον πολυπόθητο τίτλο που δεν έβρισκα αλλού. Η Μιρέλλα θέλει να μάθει τι διαβάζω. Της λέω με χαμόγελο ‘κάτι καταραμένο’. Με ρωτάει αν είναι θρίλερ και με πιάνουν τα γέλια. Που να σου εξηγώ και τι να σου πω κορίτσι γλυκό..Με το ζόρι κατάλαβες τι καφέ θέλω.

Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά όλοι σε κάνουν να νιώθεις παντού δικός τους άνθρωπος. Όχι με προσπάθεια ή πλουμιστά, ψεύτικα χαμόγελα. Με καλοσύνη. Ακόμα και στην κούραση με καλοσύνη. Το εκτιμώ. Αυτές τις ημέρες δεν χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο από κατανόηση.

Όποιος λόγος κι αν σε έχει φέρει στο νησί αυτό που έχει σημασία είναι πως αν αφεθείς θα γίνεις ένα μ’ αυτό και όσα κουβαλά. Αν ήρθες ερωτευμένο πιτσουνάκι ετοιμάσου να αποκτήσεις ερωμένη. Αυτή τη μαγεία που έχει μια σπιθαμή νησί. Αν όχι έχεις όλο το περιθώριο να αυτοσχεδιάσεις.

Οι γεύσεις.

Για να μπορέσεις να έρθεις κοντά σε ένα τόπο φρόντισε να φέρεις τις λόξες σου στα δικά του μέτρα και σταθμά. Ξέχνα το πρόγραμμα και αμόλα να βρεις τι θα θυμάσαι εσύ και μόνο εσύ από εκεί. Παίξε, μύρισε, γεύσου, άγγιξε, πάρε, δώσε, κλείσε τα μάτια και απόλαυσε. Δε διαφέρει πολύ από το να κάνεις έρωτα. Αν ξέρεις να κάνεις κάπως έτσι δηλαδή.

Τέτοιες εμπειρίες να μαζεύεις. Μια τέτοια είχα σήμερα. Δεν ξέρω αν της κυνηγώ άθελα ή με βρίσκουνε. Δεν έχει σημασία. Στη Λάκκα, μετά το μπάνιο στο Χαράμι ή αλλιώς την Καραϊβική της Ελλάδας. Ήθελα να φάω ψάρι. Θα μπορούσα να ζω με ψάρι όσο κι αν αγαπώ το κρέας. Μου είπαν να πάω στου Άκη το bar. Μου έκανε εντύπωση που με έστειλαν σε bar για ψάρι. Μέχρι που έφτασα. Ένα fishbar με όλη τη σημασία της λέξης που όμοιό του έχω συναντήσει μόνο σε μέρη όπως το Saint-Maxime ως τώρα. Με ένα υπέροχο, ξύλινο deck πάνω στη θάλασσα και μια κούνια είκοσι εκατοστά από το νερό. Αυτή η κούνια με ταξίδεψε όσο καθόμουν πάνω της και σχεδόν στην άλλη άκρη της ηπείρου. Οι τιμές λογικές και ο Lorenzo από τη Φλωρεντία με τον Άκη απλά ζωγραφίζουν στις κατσαρόλες και τα τηγάνια τους.

Το φαγητό είναι απόλαυση. Απο τις μεγαλύτερες που μπορούμε να βιώσουμε. Το καλό φαγητό όσο σχετικό και να είναι με βάση τις εμπειρίες και τα βιώματα του καθενός δεν παύει να δημιουργεί μαζί σου μια έξη σαν έρωτας αγιάτρευτος.

Θα καταλάβετε προς τι η προσομοίωση με την ερωτική πράξη. Ξεκινάμε με τα ορεκτικά. Απαραίτητα. Όχι αλόγιστα, όσα πρέπουν στη στιγμή. Όσα μπορούν να σου ανοίξουν ευχάριστα την όρεξη για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Για έναν χορό που θα ανοίξεις με αργά και μεθοδικά βήματα μέχρι να πέσεις κάτω από εξάντληση. Αν και λάτρης του carpaccio γαλαζόπτερου (τόνου) είπα να δώσω μια ευκαιρία στο carpaccio ξιφία που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ.

Ήταν η καλύτερη απόφαση που μπορούσα να πάρω. Σκέψου λεπτές φέτες, λίγο πιο παχιές από τσιγαρόχαρτο, καπνισμένες σε δρυ με μια ιδέα ελαιόλαδο, λεμόνι και πιπέρι. Για όσους με ξέρουν, ναι, είπα λεμόνι. Για όλα υπάρχει πρώτη φορά. Μια σταγόνα, μη φανταστείς.

Όλο αυτό στο στόμα σου σκάει σαν μπουκέτο από δροσερά φιλιά στο λαιμό όταν έχεις καεί από τον ήλιο και τα έχεις τόσο ανάγκη. Δεν το ήξερες μέχρι που το δοκίμασες. Να κλείνεις τα μάτια, να μασάς αργά και μεθοδικά, να γεύεσαι κάθε υγρασία από τη μπουκιά σου μέχρι να σε λυπηθείς και να καταπιείς κι ας έχει μείνει λιγότερο στο πιάτο απο πριν. Λίγο κρασί, λευκό. Πράσινη σαλάτα και μετά ξανά μαζί με την απόλαυση. Όταν δοκιμάζω τόσο ωραίες, νέες γεύσεις βιώνω ένα μικρό θάνατο για τη στιγμή που πέρασε. Το ξεπερνώ με την επόμενη απόλαυση.

Crespela. Ένα χειροποίητο ζυμαρικό γεμάτο με σπανάκι, σολωμό και sauce παρμεζάνας. Ηδονίζομαι και δεν ντρέπομαι καθόλου. Το φέρνω κοντά, το μυρίζω, αφήνω λίγη ώρα να φτάσει στην ιδανική θερμοκρασία, δεν το χάνω από τα μάτια μου όπως ο κυνηγός το θήραμα και όταν έρθει η στιγμή αργά και βασανιστικά το γεύομαι. Και ο ουρανίσκος αν είχε φωνή θα τραγουδούσε άριες εκείνη τη στιγμή. Είμαι ήσυχη. Δεν προκαλώ. Αλλά μέσα μου έχει στηθεί γιορτή.

Λίγο κρασί δεν ξεπλένει την αμαρτία που ζω την κολασμένη τούτη ώρα και δεν το θέλω κιόλας. Είμαι γεννημένη γι’ αυτήν. Έρχεται ένα μικρό σαργουδάκι cooked to perfection. Με χονδρό αλάτι Κυθήρων και ζουμερό. Έχουμε μπει στο κυρίως θέμα. Εκεί απλά τα δίνω όλα. Δεν υπάρχουν αναστολές, είναι απλά τα πράγματα. Τίποτα δεν πρέπει. Εκτός ελαχίστων. Που ‘πρέπουν’ για σένα. Αν δεν προσπεράσεις τις στιγμές.

Ο οργασμός ήρθε στο τέλος. Ξανά και ξανά και ξανά σαν ηλεκτρικό ρεύμα που σε χτυπά αλύπητα και γίνεσαι αγωγός της πιο έντονης πλεονεξίας. Μόλις ακούστηκε το κουταλάκι να σπάει την κρούστα της καμένης καστανής ζάχαρης άγαρμπα αλλά με τόση αγάπη πάνω σε μια creme brulee. Η βανίλια Μαδαγασκάρης να χαϊδεύει τη γλώσσα με λαχτάρα και να καταπίνεις με τόση ευχαρίστηση που λίγες φορές βιώνεις γαστριμαργικά. Για όσους ξέρουν να τρώνε.

Εμείς.

Και δεν χρειάζεται ούτε το πιο ακριβό εστιατόριο, ούτε τα πιο σπάνια υλικά. Αλλά φαντασία, καλά υλικά και αγάπη γι’αυτό που θα δημιουργήσεις και με αυτό θα ταίσεις τον άλλο. Όπως τα συναισθήματα. Αν τα προσέχαμε λίγο και δεν τα δίναμε σα μπριζόλα μισοκαμένη και λάστιχο στο διπλανό ίσως να μάθαινε να μασάει καλύτερα, να εκτιμά, να αναγνωρίζει τον κόπο μας και την προσπάθειά μας. Την αφοσίωσή μας στην απόλαυσή του.

Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από ένα πιάτο μακαρόνια που φτιάχνεις μέσα σε λίγα λεπτά και μοιράζεσαι από το ίδιο πιάτο και το ίδιο πηρούνι πάνω σε έναν καναπέ ή ένα κρεβάτι οκλαδόν με αυτούς που αγαπάς. Να τους ταίζεις όμορφα για να σβήσεις την επιθυμία τους. Να μη τους μπουκώνεις για να μην πνιγούν. Να τους δίνεις σιγά σιγά τροφή για το μυαλό και το σώμα. Έτσι δένεσαι. Κι ας φοβάσαι. Κι ας κρύβει κακοτοπιές ο δρόμος σου. Να μη φοβάσαι τίποτα. Κυρίως να νιώσεις. Αλλιώς δεν πας μπροστά. Αλλιώς δεν είσαι τίποτα κοντινό σε αυτό που θα μπορούσες να είσαι.

Οι Γάλλοι λένε amuse buche. Κάντε το ίδιο κι εσείς. Όπως το πρώτο φιλί που σκεφτόσουν και έρχεται καλύτερο από ό,τι κι αν είχες φανταστεί. Και τόσο πολλά υποσχόμενο για τη συνέχεια.

(may be continued..)

Επόμενη μέρα.

Ο εθισμός σου στη συνήθεια. Δεν τον παλεύεις αυτόν με τίποτα, σε ξεπερνά. Το να έχεις αυτές τις δικλείδες που σου δίνουν στιγμές μικρές επιβεβαίωσης και χαράς. Να νομίζεις πως ανοίγεις τα μάτια στον κόσμο όταν δεν κάνεις τίποτε άλλο από το να κλείνεσαι σε έναν παράδρομό του. Αδιέξοδο. Κάνε πίσω. Δώσε, μίλα, ξόδευε, χάριζε. Εγώ εδώ είμαι. Χάζευε, ζήτα, μαλακίσου, παίξε. Εγώ εκεί θα είμαι. Έτσι διάβασα σε ένα tweet. Για σένα; Μπορεί. Στη βροχή; Ναι. Θα με βρεις; Το θέλω. Συνέχεια, τόσο κοντά και τόσο μακριά. Do you recognise me? Κι αν ναι εσύ ποιος και που είσαι; http://www.youtube.com/watch?v=883yQqdOaLg

Κάθε φορά κάτι καινούριο. Κάτι αλλάζει κάθε φορά για να σε κρατά εκεί που κολλάς, να μη βαρεθείς. Πάντα κάτι θα βρίσκεις. Μέχρι να εξαντλείς τον εαυτό σου τόσο πολύ που δεν έχει μείνει χώρος για σκέψεις ή ενοχές. Τότε, απλά θα κοιμάσαι. Μόνος. Χωρίς το χέρι μου ν’ακουμπά σ’ ένα στήθος.

Περνάει ο χρόνος. Και όλα όσα σκέφτομαι καταλήγουν σε μένα. Σε ώρες ατελείωτες δουλειάς και αναζήτησης. Τώρα είναι η στιγμή. Όταν πιστεύεις σε όλα όσα μπορείς πιο πολύ από ποτέ. Και είσαι έτοιμος να μην κοιτάξεις πίσω. Γιατί οι άνθρωποι που σε εμπνέουν σε έμαθαν να είσαι ο υπέροχος εαυτός σου. Να μη χρειάζεσαι φτιασίδια και να μη λες πολλά με το στόμα αλλά με τις πράξεις. Κι όταν θες κάτι πολύ, ποιός χέζει το σύμπαν; Θα φέρεις τον κόσμο ανάποδα για να το πάρεις αγκαλιά και να το κρατήσεις εκεί κοντά σου, μέσα σου. Και τίποτε, τίποτε δεν θα έχει σημασία. Cause, I would be good… http://www.youtube.com/watch?v=ffdAz2tf-J4

Ξυπνάω. Ντους. Είναι τόσο προβλέψιμη η εικόνα μου να προσπαθώ να φορέσω τα ρούχα μου με την Oral B να κρέμεται από το στόμα μου που θα μπορούσε να είναι απλά το βιογραφικό μου. Νιώθεις καλά, τι βλακείες αναμόχλευες χθες; Thinking of the one that could understand you. Lately he just hangs out in my mind. Does he exist? What the fuck was I thinking? So many fucking people. So many incoming data crush within my brain. Το βάζω πίσω, μπορώ να παρκάρω και σκέψεις. Να μη σκέφτομαι πόσο ζεστό μπορεί να είναι ένα χέρι που θα κρατά το δικό μου έτσι όπως θέλω. Ζέστη, κρύο, βλέμματα και γέλια.

Όλα. http://www.youtube.com/watch?v=reMbyC4GHvQ

Image