Γράμμα σ’ έναν ποιητή

Έσπασε τη σιωπή μια κόρνα. Ξανά πάλι. Πολλές μαζί τώρα. Απόγιομα Σαββάτου. Κάποιος παντρεύει μια κόρη σήμερα. Κάποιος θυσιάζει θυγατέρα στην πανσέληνο. Κάποιος περήφανος πατέρας σφουγγίζει τον ιδρώτα του Ιούλη με μαντηλάκι τσέπης και βιαστικά το ξαναβάζει μέσα. Έτσι το μυαλό μου στάζει σήμερα. Χωρίς ταμπονάρισμα, χωρίς αίσθηση, συνεχίζει αδιάκοπα να παράγει ορό αλήθειας και να προκαλεί τρέμουλο, μια διαολεμένη άρνηση να ανοίξεις τα μάτια να δεις.

Έφυγες.

Στρίβεις ένα τσιγάρο. Σε βλέπω ξανά με σκούρες κοντές μπούκλες να κοιτάς πάνω απο τα γυαλιά σου. Γελάς και ψευδίζεις λίγο το σίγμα. Συρτό. Εξαντλητικό. Σήμα κατατεθέν.
Είναι δεν είναι 1994 και ανεβαίνω σκαλιά πάλι. Πολλά. Με ένα σάκο στον έναν ώμο. Αργοπορημένη. Και στο τέρμα είσαι εσύ. “Καλώς το πουλάκι μου κι ας άργησε. Έμπα μέσα.” Ο δάσκαλος.

Κάθομαι ξανά σήμερα στο θρανίο Παναγιώτη. Να μάθω κάτι που δεν μου έμαθες ποτέ. Πως χωρίς αυτούς που αγαπάς. Παρούσα μα αδιάβαστη. Με πνεύμα αλλά κάτω απο τη βάση.

Έφυγες.

Κοιτάζω έξω απο το παράθυρο. Σε βλέπω να μπαίνεις παλεύοντας σε ένα ξεχαρβαλιασμένο πράσινο seat ibiza. Οι τσάντες σου γεμάτες φυλλάδια. Το μυαλό σου γεμάτο ιδέες. Ο τρελός του χωριού. Ή μήπως ο πιο λογικός στον κόσμο των τρελών; Και μια άσπρη, πλαστικούρα αεροτομή σαν απορροφητήρας της γιαγιάς. Όταν στο είπα με κυνήγαγες. Την πάτησες δάσκαλε. Μάθημα δικό σου πρώτο. Να λες αυτό που θες χωρίς φόβο.

Έφυγες.

Γυρίζεις ξανά στην έδρα. Σηκώνεις τα μανίκια. Μέχρι τον αγκώνα. Αν νευριάσεις παίρνεις αυτό το βλέμμα μπλαζέ που σκοτώνει ιπποπόταμο διηπειρωτικά. Αυτό που δεν φόβισε κανέναν αλλά έκανε συνειδήσεις να τρίζουν σαν ροκανίσματα απο πριονοκορδέλα. Πιάνεις κιμωλία. Τη γυρίζεις δυο φορές στο χέρι σα να ζυγίζεις τη στιγμή. Δε τη σπας ποτέ. Γεμίζεις ένα μαυροπίνακα. Γεμίζεις τις ψυχές που σε ακούνε. Δίνεις ανόθευτα γνώση και κάπου εκεί βάζεις το δικό σου σπέρμα στα μυαλά. Και πόσους απο εμάς έθρεψες και βύζαξες με τις ιδέες σου σχεδόν κοιλοπονώντας. “Μια μέρα θα θυμάστε έναν απόκληρο, έναν που πως τον λέγανε μωρέ τον αριστερό μπαγάσα που μας έλεγε εκεί για Πολυτεχνεία, για αγώνες, για μάχες..και θα έχω χάσει αν θυμάστε μόνο εμένα κι όχι αυτά που έλεγα”.

Έφυγες.

Και περνάγανε τα χρόνια και κάθε μέρα ήσουν εκεί. Ετοιμοπόλεμος με ένα μάτσο φλωρόπαιδα. Αυτά του ιδιωτικού. Αυτά που γιατί να αλλάξουνε τον κόσμο αφού βολεύει ο τωρινός. Αυτά που ποτέ δε θα έλεγες έτσι. Γιατί οι ταμπέλες δεν μας ταίριαζαν ποτέ, έτσι δεν είναι δάσκαλε; Γιατί αυτές θα ήταν πάντα η αρχή της διάκρισης. Και στο δικό σου νου είχαμε όλοι το δικαίωμα στη μαλακία. Το δικαίωμα να ξεφυτρώσουμε εκεί που δε μας σπείρανε. Οχι μόνο για όσα μας αφορούν. Όχι μόνο για όσα μας αγγίζουν το σπίτι και τη ζωή. Για τον διπλανό μας ρε γαμώτο. Και πάλευες σε ένα δυαράκι στα Ιλίσια τότε με φως ανοιχτό ως τις μεγάλες ώρες πρωϊνές για χειρουργείο μεγαλεπήβολο μεταμόσχευσης εγκεφάλων. Για να πάρουν τα παιδιά τα γράμματα, για να τα πάρουν και να τα κάνουν δικές τους λέξεις, δικό τους νόημα. Με ένα ουίσκυ νέτο σκέτο παραδίπλα να αφήνει στάμπες στα γραπτά. Σήκωνες τα πόδια στο γραφείο, κατέβαζες τα γυαλιά, έτριβες τα μάτια, μεγαλειώδεις οι στιγμές που τα έκλεινες, ταξίδευες όπου εσύ ήθελες.

Έφυγες.

Μα πρόλαβες. Να κάνεις την παρουσία σου πιο βαρύγδουπη απο ποτέ. Κι απο χθες σα να κόπασαν οι μουσικές. Πρόλαβες. Να κάνεις τον κόσμο να φαίνεται τώρα πιο μικρός, πιο λίγος, πιο φτωχός. Και θα με έβριζες τώρα γι’αυτά γιατί η αλήθεια είναι ίσως το αντίθετο. Πως έκανες τον κόσμο για μερικούς απο εμάς πιο μεγάλο, πιο πολύ, πιο γεμάτο. Αυτό είναι το έργο σου. Θα είσαι πάντα εδώ. Μάθημα νούμερο δύο: να αλλάζεις ό,τι δεν σου αρέσει.

Έφυγες.

Θυμάμαι ένα σου ζεϊμπέκικο στο νησί. Κάπου 2000. Με ένα camel στο στόμα, το δαχτυλίδι σαν αλλοτινό λάφυρο απο τον οίκο των Λάνιστερ, μανίκια ξεκούμπωτα και εσύ να στροβιλίζεσαι σα δερβίσης και τα γαρύφαλλα κατα ριπάς. Ακόμα δεν ήξερες. Ακόμα δεν φανταζόσουν. Ακόμα πάλευες μόνο με τα θηρία μέσα σου.

Και ήρθε η ώρα να πούμε τότε το πρώτο αντίο. “Ρεμάλι σε παραδίδω στην κοινωνία. Ξέρω πως θα το βρω μπροστά μου αλλά έκανα το καλύτερο δεδομένης της κατάστασής σου.” Τι είπε τώρα ο άνθρωπος σκέφτηκα. “Είσαι κι εσύ βαρεμένη σα τον αδερφό μου. Μα Κοινωνιολογία; Έστω θα είσαι στην Κρήτη. Κουφάλα. Τα κατάφερες. Ρακές και Μαρξ. Ζωάρα.” Έκανα να φύγω γελώντας. “Μη σταματήσεις να γράφεις εσύ. Θα σε αφαλοκόψω μικρή”. Μου έσπρωξε ένα βιβλίο στην τσάντα σα τη μάνα που παραχώνει ενα καρβέλι στο δισάκι του γιου πριν μπαρκάρει και με ένα ανεπαίσθητο πατ πατ στην πλάτη αγκαλιαστήκαμε αληθινά και τράβηξε καθείς το δρόμο του με ένα άηχο να προσέχεις.

Έφυγες.

Και ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου το κάλεσμά σου με το επίθετό μου. Και σε πόσους άλλους. Κράξιμο απο τα λίγα. Το μόνο που σε κάνει να γελάς χωρίς αύριο. Με τις αθώες απειλές για ξεκουρούπιασμα. Λείπουν κι αυτές διάολε. Σε βρήκα να πονάς μετά. Χτυπημένος μα ποτέ λαβωμένος. Μέτραγες τι έχει μείνει όρθιο. Είχες πάντα ένα θέμα με τους απολογισμούς. Ή όπως έλεγες εσύ ισολογισμούς. Τι μπαίνει. Τι βγαίνει. Τι μένει το μετράς όταν πέφτεις στο κρεβάτι και κλείνεις τα μάτια. Και πόσα βράδια τα έκλεισες σφιχτά όχι απο φυσικό πόνο αλλά απο συνήθεια να θες να αλλάξουν όλα. Με ένα βιβλίο στο χέρι. Πιο διαβασμένος απο ποτέ. Διψασμένος ρούφαγες γραμμές και δε ξεδίψασες ποτέ.

Διψάς ακόμα; Τόσα παιδιά σου θα τρέξουν τώρα με νερά πηγής για να σε ξεδιψάσουν. Η Μαρίνα. Ο Δημήτρης. Η Μαριάννα. Η Χρυσάνθη. Η Δήμητρα. Η Όλγα. Η Ανδριανή. Ο Νίκος. Εκατοντάδες ακόμα σαν εμάς. Όλοι παιδιά δικά σου.

Έφυγες.

Κάπου στα Πετράλωνα. 3 χρόνια πριν. Καλοκαίρι περίπου πριν τα μέσα Ιουλίου. Δε ψάχνω τη μέρα. Αν είναι η ίδια θα κοστίσει πολύ. “Ζεστή ρακή πατριώτη; Για ξύρισμα πάμε;” φωνάσκεις στον ταβερνιάρη. Και κάπου ανάμεσα στα πνιχτά γέλια των γύρω ήσουν πιο δυνατός. Ρόλαρε η γλώσσα η πύρινη, έκαιγαν κώλους τα σχόλια κι εσύ αυτοκρατορικός στην κεφαλή του τραπεζιού. Ιούλιος. Σαν Καίσαρας. Λέγαμε για τη ζωή. Μια στιγμή με ρωτάς. Είσαι σίγουρη γι’αυτά που θες μικρή; Όχι δεν ήμουν πάντα. Αλλά πολέμησα φίλε. Με τα λάθη. Με τα πισωγυρίσματα. Με δαίμονες δικούς μου. Σηκώθηκα ξανά. Καταλάβαινα. Καταλάβαινες. Δεν το έβαλα κάτω ποτέ. Μάθημα νούμερο τρία. Ποτέ μην απαριθμείς τι μαθαίνεις σε κάποιον. Σημαίνει πως υπάρχει τέλος στη γνώση. Δεν υπάρχει.

Έφυγες.

12 Ιουλίου. Θες να πούμε πάλι αντίο. Βιάστηκες. Έχεις αφήσει πίσω αγαπημένους σου, ρακές που δεν ήπιες, βιβλία που δε διάβασες, μουσικές που δεν άκουσες, ανθρώπους που δε γνώρισες, κιμωλίες που δεν τίναξες απο τα ακροδάχτυλα. Όλοι οι λόγοι που σε έκαναν να θες να ζεις. Αυτό το γαμημένο δικαίωμά σου στις μικρές χαρές και στιγμές ευτυχίας της ζωής δεν ήθελε κανείς να στερηθείς. Ήθελες θέα να γαληνεύει η ψυχή. Έχεις τώρα θέα εμάς να παλεύουμε εγωϊστικά με την αλήθεια.

Να μην κλείσω τα μάτια. Να έχω αυτιά ανοιχτά. Να έχω λόγο. Να έχω δύναμη. Να αλλάζω. Να συγχωρώ. Να προχωράω. Να μαθαίνω. Να πέφτω. Να ξαναπέφτω. Να κυλιέμαι στη λάσπη. Να δίνω μια και να σηκώνομαι. Να πετάω. Να καίγομαι. Να επουλώνω τις πληγές. Να ακούω. Να προσπαθώ. Να γελάω με τα λάθη. Να τα ξανακάνω. Να τα ξεπερνώ. Να βοηθάω. Να απλώνω το χέρι. Να ονειρεύομαι. Να μην κλείνω ποτέ τα μάτια. Να είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του εαυτού μου. Μάθημα ζωής. Δικό σου κι αυτό.

Είμαι τυχερή. Ακούς; Που είχα εσένα δάσκαλο και φίλο. Που άνθρωποι όπως εσύ θα μου δίνουν πάντα ελπίδα πως τίποτα δεν χάθηκε σε ένα κόσμο με απαθή κορμιά που βολοδέρνουν σκορπώντας μπουρδολογία στυλάτη. Που όσα λόγια ωραία κι αν με έμαθες να στοιχίζω σε σειρά τώρα όλα μοιάζουν τόσο λίγα για να πούνε ένα αντίο. Και κάπου ανασαίνεις δυνατά, κάπου ό,τι και να λες αν θυμηθείς ιστορίες απο την πελοποννήσια μάνα σου θα γελάσει κάθε πικραμένος, κάπου ψαρεύεις, κάπου χλευάζεις την αριστερά με το αντάρτικο πόλης, κάπου μιλάς μόνο για το Σοφάκι σου, κάπου προξενεύεις τον αδερφό σου όσο-όσο που αγαπάς, κάπου έχεις ξαπλώσει το ταλαιπωρημένο σου κορμί και μαζεύεις ήλιο με το σκύλο με τα ψυχικά νοσήματα που του απέδιδες παρακεί, κάπου γιάνεις, κάπου μυρίζεις τις σελίδες των βιβλίων και λιώνεις απο τη μαστούρα αυτή, κάπου έχεις έναν ακόμα μονόλογο εσωτερικό που σε οδηγεί στην τρέλα, κάπου ίσως λες “και γιατί αντίο ρε μαλάκες; Νομίζετε θα ζήσετε εσείς για πάντα; Εγώ ο προνοητικός έχω πιάσει πρώτο τραπέζι πίστα. Ρεμάλια”.

Και ποιος. Και πως. Και γιατί. Να εξηγήσει. Να σε εξηγήσει. Να μιλήσει. Να πει. Να ομολογήσει. Να σε εξομολογήσει. Μόνος σου έδειξες πως θα έπρεπε να είναι η ζωή. Για λίγες νύχτες ακόμα. Για λίγες μέρες ακόμα. Κόρνες και κάποιος παντρεύει μια κόρη. Κάπου έχουνε χαρά κι εμείς μαζεύουμε στιχάκια.

Πες ό,τι θες. Ακούστηκες πιο δυνατά σε αυτόν τον κόσμο απ’ όσο πίστευες. Βλέπω ορδές αγνώστων να σε εξυμνούν. Αυτός είναι ο δάσκαλός μου. Αυτός είναι ο φίλος μου. Αυτός είναι ένας μοναδικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός άνθρωπος που με λόγο και το κεφάλι ψηλά, περήφανα, ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και πάλεψε για τη ζωή. Για λίγες μέρες ακόμα κάθε φορά. Έλα και πάμε. Για λίγες νύχτες ακόμα. Έλα λίγο ακόμα. Χωρίς δύσκολα πια. Χωρίς να σου βάζει τρικλοποδιά κανείς. Χωρίς το σώμα να νοσεί και η ψυχή μόνο να γιορτάζει. Χωρίς όφου. Χωρίς ορούς. Χωρίς όρους. Χωρίς σωληνάκια. Χωρίς παρατάσεις. Έλα πάμε. Να σε ξεπροβοδίσουμε όλοι μαζί. Γνωστοί, άγνωστοι, φίλοι και μη, σύντροφοι και όχι, μικροί, μεγάλοι. Και πόση ειρωνεία. Όλοι ένα στο φευγιό σου. Όπως ήθελες να είμαστε. Ενωμένοι και κοντά ο ένας στον άλλο. Άνθρωποι γαμώ την τρέλα μου.

Πάμε μισό βήμα ακόμα. Εκεί εσύ ολόκληρος και εμείς πίσω μισοί, αδούλευτοι, βρωμιάρηδες, απαίδευτοι και κακομαθημένοι. Έρμαια στα πρέπει και τις προκαταλήψεις που με μια κουβέντα έκανες κωλόχαρτο-γυαλόχαρτο να σκουπιστούμε. Ο Παναγιώτης που άνηκε σε όλους και σε κανέναν. Καθείς με ιστορίες. Καθείς πάντα με ρακές. Καθείς στον πάγκο του. Καθείς με όσα έχει στο νου. Καθείς με όσα γέννησες εκεί. Καθείς με προίκα πια ό,τι θυμάται απο εσένα.

Έφυγες.
Για το παραπέρα σου.

Όχι. Γιατί μια μέρα θα καταλαγιάσουν οι φωνές, θα σωπάσουν οι λύπες, θα ρολάρουν οι μέρες και θα ξεχαστεί ο κόσμος. Μα πως να ξεχάσει; Και πάντα μέσα απο τα ποιήματα, τα γραπτά θα βρίσκει απαντήσεις. Όπως και εσύ. Ποτέ καθοδηγούμενος μα πάντα αυτοπροσδιοριζόμενος. Οξύ πνεύμα. Ενεργός πολίτης. Λυρικός ως το κόκκαλο. Μαχητής. Ποιητής. Δάσκαλος. Φίλος. Ελεύθερος άνθρωπος. Κάπως έτσι αύριο απο μακριά θα ακούσεις εκατοντάδες φωνές να σου μιλούν σαν ένα. Με ρυθμό, με αγάπη, με σεβασμό.

Έφυγες για την προκυμαία. Δεν κρατάς τίποτα στα χέρια. Χέρια ελεύθερα πέφτουν απο τους ώμους ξαλαφρωμένα. Κουνάς το κεφάλι να ξεπιαστείς. Τα βιβλία τα έγραψες μέσα σου. Οι μουσικές ηχούν στα αυτιά σου. Οι αγαπημένοι σου κλειδώσαν στην καρδιά.

Αύριο φεύγει το πειρατικό. Καθαρός ουρανός. Κι έχεις πρώτη θέση. Το εισιτήριο είσαι εσύ. Αύριο ξεκινάς για μια πόλη με λιμάνι. Και θα είμαστε όλοι εκεί. Όχι για να πούμε αντίο. Αλλά για να σου ευχηθούμε καλές νέες περιπέτειες. Για να μας υψώσεις το μεσαίο δάχτυλο με αγάπη.

Έφυγες πουλάκι μου;

Δε σε ακούω πια. Μόνο κόρνες πάλι. Κάποιος πάντρεψε σήμερα μια κόρη κι εσύ όλους εμάς μια ζωή με την αλήθεια και τον αγώνα σου.

Καλή αντάμωση μπαγάσα δάσκαλε. Αέρα στα πανιά σου. Πρώτη φορά θα είσαι τόσο μακριά μα πιο κοντά απο ποτέ.

Φωτεινή (aka η μικρή)

υ.γ. Αφιερωμένο στο δάσκαλο και φίλο μου Παναγιώτη Οικονόμου @Contrabbando. Και σε όλους εκείνους που χάθηκαν νωρίς απο τα μάτια μας αλλά άνοιγαν πάντα δρόμους για να διαβούμε οι υπόλοιποι αγόγγυστα.

Panagiotis

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: