Ταξίδι στους Παξούς

Λάκκα, Παξοί

Intro

Οι γραμμές που ακολουθούν γράφονται ένα απόγευμα σαν όλα τα άλλα. Αυτό που αλλάζει,ίσως, είναι η οπτική. Σίγουρα διαφέρει η έμπνευση. Έρχεται από έξω προς τα μέσα. Ιδιαίτερο. Κρίμα να μη καταγραφεί σε μερικά κατάστιχα.

Οι Παξοί. Το νησί του Ποσειδώνα που δημιουργήθηκε όταν χτύπησε με δύναμη την τρίαινά του στο πιο νότιο σημείο της Κέρκυρας. Ήθελε να δημιουργήσει ένα νησί για να κατοικήσει με την ερωμένη του, Αμφιτρίτη. Έτσι μπορούν να πιστεύουν οι της μυθολογίας. Κι εμένα με εξυπηρετεί αυτό. Μου αρέσει να σκέφτομαι πράγματα για τα οποία δεν θα πάρω απάντηση ποτέ. Μου αφήνουν όλο το περιθώριο που χρειάζομαι, εκείνο το άπλετο, για να φανταστώ ό,τι θέλω εγώ. Ακριβό αλλά ανεκτίμητο να μη μπαίνει φρένο στη φαντασία.

Στην μετά τον 14ο αιώνα ιστορία τους (έχω κάνει το διάβασμά μου) οι Παξοί είναι ολοφάνερο πως έχουν σμιλέψει αρχιτεκτονική, κουλτούρα, χαρακτήρα και ιστορία μέσα από ένα σμήνος ποικίλων κατακτητών. Πολεμούσαν με πειρατές πριν την κατάκτηση των Επτανήσων από τους Ενετούς. Την πρώτη φορά που θα σταθείς, λοιπόν, στη Λάκκα, το πιο βορινό μέρος του νησιού και αντικρύσεις το κλειστό λιμάνι μπορείς να φανταστείς, όπως κι εγώ, πολλά.

Πειρατικά καράβια γεμάτα μέθυσους και επίδοξους, ξεδοντιάρηδες βιαστές να γεμίζουν μπαρούτι τα κανόνια των πλοίων τους με σκοπό την άμεση απόβαση και την υποταγή. Το λιμάνι σκοτεινιάζει. Τα καπηλιά της εποχής σερβίρουν ξινό κρασί και ένας αλλοτινός Μπαρμπαρόσα περπατά μισομεθυσμένος και ημίτυφλος στην παλιά προβλήτα κρατώντας μια κανάτα πριν πέσει στο νερό. Αν κάνεις ησυχία σου ορκίζομαι πως άκουσα δα και τον ήχο που έκανε σα συνάντησε το νερό.

Μετά ήρθαν οι Ενετοί. Εκεί, στο άλλοτε κάστρο του Διαλετού μπορείς να φανταστείς την καστανομαλλούσα Κατερίνα να δίνει κρυφά ραντεβού με τον Ιταλό έρωτά της κάθε μέρα. Και όταν ήρθε η άνοιξη εκεί, σιμά στα “λουτρουβιά” (ελαιοτριβεία), η ψυχοκόρη ξαπλώθηκε κατάχαμα. Δε ντράπηκε να σηκώσει τα φουστάνια της και του χάρισε ό,τι πιο πολύτιμο έκρυβε ανάμεσα στα στρουμπουλά της μπουτάκια. Τους κρεμάσαν και τους δυό.

Οι Δημοκρατικοί Γάλλοι που ακολούθησαν είχαν τρόπους. Έτσι μας αρέσει να σκεφτόμαστε. Έτσι μάθαμε να σκεφτόμαστε. Μην ακούσω για το τι λέει η ιστορία. Υπάρχει η δική μας και η δική τους. Δεν είναι Τούρκοι, λοιπόν. Είναι Γάλλοι οι επόμενοι. Θα ήσανε πιο amoureuse η κατοχή τους. Θα σε κατακτούσαν και με μια quiche lorraine δηλαδή ενώ σου απήγγειλαν έναν δικό τους ‘Δάντη’. Αλλά μην εφησυχάζουμε. Οι Παξοί δεν ησύχασαν εκεί. Πέρασαν από πάνω τους οι Ρωσότουρκοι, οι αυτοκρατορικοί Γάλλοι και η απελευθέρωση από τον Αγγλικό στρατό με ταγματάρχη τον Κολοκοτρώνη.

Εγώ με το νου τον φευγάτο σκέφτομαι πόσα κορμιά βιάστηκαν, πόσες σημαίες κατακτητών υψώθηκαν, πόσες μίξεις ηθελημένες και μη μας φέρανε εδώ, κι όμως οι λόφοι που πατήθηκαν από στρατό και ντόπιους και ξένους και παιδιά είναι οι ίδιοι. Γραμμένη πάνω τους είναι η ιστορία. Τα λιόδεντρα που χάμω τους κάνανε ραχάτι οι αντάρτες, οι τσιφλικάδες, οι βοσκοί τα άκουσαν όλα μα δεν είπαν λέξη.
Το 1864, περίπου 150 χρόνια πριν, λίγο πριν τους προπαππούδες μας, τα επτάνησα ενώθηκαν με την τότε Ελλάδα.

Κι έτσι σήμερα δεν χρειάζεσαι διαβατήριο για να έρθεις σε τούτο τον τόπο. Μόνο διάθεση για να εξερευνήσεις το άγνωστο και να δεις νέους κόσμους. Είσαι έτοιμος;

Το νησί.

Αφοπλιστικά καταπράσινο. Πως είναι οι Κυκλάδες; Καμία σχέση. Νερά λευκά και γαλάζια με απόχρωση ενός ελαφρύ σμαραγμένιου πράσινου. Μόλις πατήσεις το πόδι σου εδώ ξέχνα, λοιπόν, κάθε σίγουρη απάντηση που θα έδινες με αυτοπεποίθηση και κομπασμό στο ‘Ποιός θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;’ αν σε ρωτούσαν τι χρώμα έχει η θάλασσα. Μόλις έχασες. Εδώ δεν είναι μπλε.

Τα νησάκια γύρω από το Γάϊο, το κεντρικό λιμάνι των Παξών, σχηματίζουν τα πιο όμορφα φυσικά φιόρδ που έχεις δει. Γεμάτα τράτες, σκάφη, φουσκωτά, ιστιοπλοϊκά και θαλαμηγούς. Αλλά ήσυχοι όλοι. Μέσα στη χλίδα αυτή των μερικών, λες και το μέρος το επιτάσσει, μια ταπεινότητα απορρέει ακόμη κι απο αυτούς. Όποιος έχει ζήσει το ίδιο σκηνικό με τελείως διαφορετική διάσταση σε Saint-Tropez και Νίκαια ξέρει.

Εδώ υπάρχει κάτι παλιό. Σα να σταμάτησε ο χρόνος στην εποχή που τα σπίτια βάφονταν μόνο σε χρώμα ώχρας, παστέλ ροζ και γαλάζιου. Που οι κυράδες βγάζαν τα κοφίνια με τις μπουγάδες τους και άπλωναν περήφανες τ’ασπρόρουχα σε σκοινιά που ένωναν δύο αντικριστά κτίσματα. Εδώ, στο ίδιο σημείο ξέρεις πως είναι χρόνια η ίδια βουκαμβίλια (που εγώ βοκαμπίλια την έμαθα αλλά ένας ποιητής με διέψευσε). Τα ίδια λουλούδια στις εσωτερικές αυλές και τα γραφικά στενάκια και καλντερίμια του νησιού. Όλα μάρτυρες από παιδικά ποδοβολητά, ερωτικά στριμώγματα τις πρώτες ώρες της αυγής σε κρύους τοίχους και όσα άλλα βάζεις με το νου.

Στέκομαι να φωτογραφήσω έναν πιτσιρικά που έκανε σαματά και τον έβαλε η μάνα του τιμωρία στην άσπρη καρέκλα του γύφτου να κοιτάζει τους άλλους που παίζουν ακόμη. Απαρηγόρητος. Αλλά απτόητος. Συνεχίζει να δίνει οδηγίες ακόμη και καθιστός. Και τον ακούν. Τον υπακούν οι υπόλοιποι. Κάπως έτσι είναι πάντα οι αρχηγοί, σκέφτομαι. Δε χρειάζεται να είναι οι πιο επιβλητικοί, οι πιο δυνατοί, οι πιο προφανείς. Αρκεί να το λέει κάτι μέσα τους να οδηγούν, να ανοίγουν δρόμους σε στεριές, θάλασσες ή σκέψεις και οι άλλοι απλά ακολουθούν.

Καταπίνω το λίγο σάλιο που μου άφησε μια πολύ φευγαλέα σκέψη που έφερε ο νους και κατευθύνομαι προς την κεντρική πλατεία με την εκκλησία. Η φωτογραφία θα βγει αλλά πρέπει να διαλέξω φόντο. Ή τη θεία που καθαρίζει με την τεχνητή οδοντοστοιχία τον πασατέμπο σε χρόνο d-t στην καρέκλα παραδίπλα ή το ζευγαράκι  που έχει μπαστακωθεί στο κέντρο του πλάνου και φιλιέται. Το ζευγαράκι λοιπόν. Είμαστε ρομαντικές και ευαίσθητες ψυχές. Άλλωστε, χωρίς τον έρωτα πως..; Μου λες;

-Να σε κεράσω έναν καφέ πριγκιπέσσα μου.

Γυρνάω. Βρίσκω ανάμεσα στον κόσμο απέναντι σε ένα γραφικό καφέ κάτω από βουκαμβίλιες έναν παππού. Κοιτάζω πίσω να δω που μιλά.

-Ναι, εσένα λέω τζιέρι μ΄. Έλα, το μαγαζί δικό μας είναι.

Κάνω νόημα στην παρέα που με συνοδεύει να συνεχίσει, θα βρεθούμε πιο μετά. Πλησιάζω. Με βάζει να κάτσω ο κυρ-Γιώργης, παλιός καφετζής που είχε και καίκι. Τώρα έχει η εγγόνα του τον παλιό του καφενέ και όποια του γυαλίσει την κερνά καφέ κι ένα λουκούμι. Συνομωτικά εξομολογείται πως το λουκούμι είναι αγοραστό αλλά ο καφές έχει καϊμάκι που εκείνος το εφηύρε.

Μεταξύ άλλων διευκρινιστικών σχετικά με το απο που κρατά η σκούφια μου, αν δουλεύω, αν έχω παιδιά, αν έχω ξανάρθει στο νησί κ.λπ. διεξήχθη ο παρακάτω διάλογος..

-Σε βλέπω πέρα δώθε από χθες σιωπηλή με το ματσούκι στο χέρι, φωτογραφίες βγάζεις δα;
-Ναι, μου αρέσουν πολύ. Για να θυμάμαι.
-Καλά κάνεις.
Σιωπή. Με κοιτά. Ξεμακραίνει το βλέμμα. Σα να ζυγίζει τη στιγμή. Σα να..

-Αλλά τις στιγμές που όντως ζεις όσα χρόνια κι αν περάσουν θα τις έχεις μέσα σου. Άκου με. Εμένα τον γέρο. Δε θυμάμαι πόσα καίκια πήγα κι έφερα στη ζωή μου με κόσμο στο νησί αλλά αυτό που είχε μέσα τη γυναίκα μου, σαν σπάσαν τα νερά της, για να την πάω απέναντι δεν το ξεχνώ. Που χίλια ρημάδια εγκεφαλικά κι εμφράγματα να πάθω. Δεν ξεχνά η καρδιά και δεν αφήνει και το μυαλό να σβήσει τις θύμησές της.

Χίλια κομμάτια είναι λίγα. Θες ένα εκατομμύριο; Λίγα. Θες να πεις άπειρο να είσαι μέσα; Πες το. Εκεί με κατατρόπωσε. Με τεμάχισε, με αποδόμησε, με έκανε τροφή για καρχαρίες και με πέταξε στα βράχια σα χταπόδι.

Αποκαμωμένη έκλεισα το κλείστρο στην αγαπημένη μου και συνέχισα βουβή. Δεν έχω λόγια. Μόνο ένα επίμονο τσίγκλισμα στο πίσω μέρος του μυαλού.

Ο κόσμος.

Το νησί σε κάνει δικό του με το που ξεπροβάλλει στον ορίζοντα. Αν δεν χαλαρώσεις, αν δεν αισθανθείς την αύρα του καλύτερα να γυρίσεις πίσω. Αν οι καλύτερες διακοπές που έχεις κάνει ήταν αυτές στη Μύκονο που κόλλησες μυκητίαση στην πισίνα του Super Paradise, αλλά ήσουν στη Μύκονο, τότε το νησί δεν είναι για εσένα. Εδώ είναι το άλλο. Το απ’ αλλού φερμένο που λέει και ο ποιητής μας. Είναι ο τόπος που έρχεσαι και δίνεις καταφύγιο στις σκέψεις. Σε παύεις.

Κοντεύει Δεκαπενταύγουστος. Της Παναγίας. Εμένα δε με σώζει τίποτα. Τι έλεγα; Α, ναι. Είναι η πιο υψηλή σεζόν. Κι όμως έχει όσους του πρέπει το νησί. Τόσους ώστε να βρίσκεις θέση σε όποια παραλία θες με αρκετή απόσταση από τους επόμενους και πάντα ένα γεμάτο χαμόγελο να σε καλωσορίζει όπου κι αν βρεθείς.

Στο Μαναδένδρι, μια κρυμμένη παραλία με τα πιο όμορφα λευκά βότσαλα γνώρισα τη Μιρέλλα. Δεν ήταν ποτέ δύσκολο να γνωρίζω κόσμο. Λίγο χαμόγελο και καλή διάθεση.  Δουλεύει στο beach bar και έρχεται τρία καλοκαίρια τώρα. Μιλάει τρεις γλώσσες αλλά όχι ελληνικά. Μόνο γκλυκός, μέτριοζ και εντάξει. Είναι κουκλάρα. Από τη Ρουμανία. Κυκλοφορεί με το λευκό μαγιό της να πάρει παραγγελίες και σπέρνει άθελα εγκεφαλικά σε κάθε ελληνίδα που κάθεται δίπλα στο γκόμενο. Συγγνώμη. Δίπλα στη σχέση της. Το διασκεδάζω.

Βρίσκω μια ψάθινη ομπρέλα στην είσοδο σχεδόν μιας σπηλιάς και καθόμαστε. Έχω ότι χρειάζομαι. Τη μηχανή, το καινούριο μου βιβλίο, δύο καπέλα και αντιηλιακό. Στην πρώτη βουτιά στα τυρκουάζ νερά αν μείνεις ώρα κάτω από το νερό και έχει υπόγεια ρεύματα ακούς το σύρσιμο που κάνουν τα βότσαλα από την τριβή τους.

Νομίζω πως πιο αστείο θέαμα ήταν όσοι προσπαθούσαμε να βγούμε από τη θάλασσα και να μην πέσουμε πάνω στα βότσαλα. Κάθησα να διαβάζω το  βιβλίο μου. Καταραμένο ipad. Το καλοκαίρι θες τις σελίδες να μυρίζουν θάλασσα κι ας λερώνονται και λίγο. Σου αρέσει να κρατάς βάρος. Ειδικό βάρος. Αλλά η τεχνολογία έφερε κοντά μου σε 5 δεύτερα τον πολυπόθητο τίτλο που δεν έβρισκα αλλού. Η Μιρέλλα θέλει να μάθει τι διαβάζω. Της λέω με χαμόγελο ‘κάτι καταραμένο’. Με ρωτάει αν είναι θρίλερ και με πιάνουν τα γέλια. Που να σου εξηγώ και τι να σου πω κορίτσι γλυκό..Με το ζόρι κατάλαβες τι καφέ θέλω.

Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά όλοι σε κάνουν να νιώθεις παντού δικός τους άνθρωπος. Όχι με προσπάθεια ή πλουμιστά, ψεύτικα χαμόγελα. Με καλοσύνη. Ακόμα και στην κούραση με καλοσύνη. Το εκτιμώ. Αυτές τις ημέρες δεν χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο από κατανόηση.

Όποιος λόγος κι αν σε έχει φέρει στο νησί αυτό που έχει σημασία είναι πως αν αφεθείς θα γίνεις ένα μ’ αυτό και όσα κουβαλά. Αν ήρθες ερωτευμένο πιτσουνάκι ετοιμάσου να αποκτήσεις ερωμένη. Αυτή τη μαγεία που έχει μια σπιθαμή νησί. Αν όχι έχεις όλο το περιθώριο να αυτοσχεδιάσεις.

Οι γεύσεις.

Για να μπορέσεις να έρθεις κοντά σε ένα τόπο φρόντισε να φέρεις τις λόξες σου στα δικά του μέτρα και σταθμά. Ξέχνα το πρόγραμμα και αμόλα να βρεις τι θα θυμάσαι εσύ και μόνο εσύ από εκεί. Παίξε, μύρισε, γεύσου, άγγιξε, πάρε, δώσε, κλείσε τα μάτια και απόλαυσε. Δε διαφέρει πολύ από το να κάνεις έρωτα. Αν ξέρεις να κάνεις κάπως έτσι δηλαδή.

Τέτοιες εμπειρίες να μαζεύεις. Μια τέτοια είχα σήμερα. Δεν ξέρω αν της κυνηγώ άθελα ή με βρίσκουνε. Δεν έχει σημασία. Στη Λάκκα, μετά το μπάνιο στο Χαράμι ή αλλιώς την Καραϊβική της Ελλάδας. Ήθελα να φάω ψάρι. Θα μπορούσα να ζω με ψάρι όσο κι αν αγαπώ το κρέας. Μου είπαν να πάω στου Άκη το bar. Μου έκανε εντύπωση που με έστειλαν σε bar για ψάρι. Μέχρι που έφτασα. Ένα fishbar με όλη τη σημασία της λέξης που όμοιό του έχω συναντήσει μόνο σε μέρη όπως το Saint-Maxime ως τώρα. Με ένα υπέροχο, ξύλινο deck πάνω στη θάλασσα και μια κούνια είκοσι εκατοστά από το νερό. Αυτή η κούνια με ταξίδεψε όσο καθόμουν πάνω της και σχεδόν στην άλλη άκρη της ηπείρου. Οι τιμές λογικές και ο Lorenzo από τη Φλωρεντία με τον Άκη απλά ζωγραφίζουν στις κατσαρόλες και τα τηγάνια τους.

Το φαγητό είναι απόλαυση. Απο τις μεγαλύτερες που μπορούμε να βιώσουμε. Το καλό φαγητό όσο σχετικό και να είναι με βάση τις εμπειρίες και τα βιώματα του καθενός δεν παύει να δημιουργεί μαζί σου μια έξη σαν έρωτας αγιάτρευτος.

Θα καταλάβετε προς τι η προσομοίωση με την ερωτική πράξη. Ξεκινάμε με τα ορεκτικά. Απαραίτητα. Όχι αλόγιστα, όσα πρέπουν στη στιγμή. Όσα μπορούν να σου ανοίξουν ευχάριστα την όρεξη για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Για έναν χορό που θα ανοίξεις με αργά και μεθοδικά βήματα μέχρι να πέσεις κάτω από εξάντληση. Αν και λάτρης του carpaccio γαλαζόπτερου (τόνου) είπα να δώσω μια ευκαιρία στο carpaccio ξιφία που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ.

Ήταν η καλύτερη απόφαση που μπορούσα να πάρω. Σκέψου λεπτές φέτες, λίγο πιο παχιές από τσιγαρόχαρτο, καπνισμένες σε δρυ με μια ιδέα ελαιόλαδο, λεμόνι και πιπέρι. Για όσους με ξέρουν, ναι, είπα λεμόνι. Για όλα υπάρχει πρώτη φορά. Μια σταγόνα, μη φανταστείς.

Όλο αυτό στο στόμα σου σκάει σαν μπουκέτο από δροσερά φιλιά στο λαιμό όταν έχεις καεί από τον ήλιο και τα έχεις τόσο ανάγκη. Δεν το ήξερες μέχρι που το δοκίμασες. Να κλείνεις τα μάτια, να μασάς αργά και μεθοδικά, να γεύεσαι κάθε υγρασία από τη μπουκιά σου μέχρι να σε λυπηθείς και να καταπιείς κι ας έχει μείνει λιγότερο στο πιάτο απο πριν. Λίγο κρασί, λευκό. Πράσινη σαλάτα και μετά ξανά μαζί με την απόλαυση. Όταν δοκιμάζω τόσο ωραίες, νέες γεύσεις βιώνω ένα μικρό θάνατο για τη στιγμή που πέρασε. Το ξεπερνώ με την επόμενη απόλαυση.

Crespela. Ένα χειροποίητο ζυμαρικό γεμάτο με σπανάκι, σολωμό και sauce παρμεζάνας. Ηδονίζομαι και δεν ντρέπομαι καθόλου. Το φέρνω κοντά, το μυρίζω, αφήνω λίγη ώρα να φτάσει στην ιδανική θερμοκρασία, δεν το χάνω από τα μάτια μου όπως ο κυνηγός το θήραμα και όταν έρθει η στιγμή αργά και βασανιστικά το γεύομαι. Και ο ουρανίσκος αν είχε φωνή θα τραγουδούσε άριες εκείνη τη στιγμή. Είμαι ήσυχη. Δεν προκαλώ. Αλλά μέσα μου έχει στηθεί γιορτή.

Λίγο κρασί δεν ξεπλένει την αμαρτία που ζω την κολασμένη τούτη ώρα και δεν το θέλω κιόλας. Είμαι γεννημένη γι’ αυτήν. Έρχεται ένα μικρό σαργουδάκι cooked to perfection. Με χονδρό αλάτι Κυθήρων και ζουμερό. Έχουμε μπει στο κυρίως θέμα. Εκεί απλά τα δίνω όλα. Δεν υπάρχουν αναστολές, είναι απλά τα πράγματα. Τίποτα δεν πρέπει. Εκτός ελαχίστων. Που ‘πρέπουν’ για σένα. Αν δεν προσπεράσεις τις στιγμές.

Ο οργασμός ήρθε στο τέλος. Ξανά και ξανά και ξανά σαν ηλεκτρικό ρεύμα που σε χτυπά αλύπητα και γίνεσαι αγωγός της πιο έντονης πλεονεξίας. Μόλις ακούστηκε το κουταλάκι να σπάει την κρούστα της καμένης καστανής ζάχαρης άγαρμπα αλλά με τόση αγάπη πάνω σε μια creme brulee. Η βανίλια Μαδαγασκάρης να χαϊδεύει τη γλώσσα με λαχτάρα και να καταπίνεις με τόση ευχαρίστηση που λίγες φορές βιώνεις γαστριμαργικά. Για όσους ξέρουν να τρώνε.

Εμείς.

Και δεν χρειάζεται ούτε το πιο ακριβό εστιατόριο, ούτε τα πιο σπάνια υλικά. Αλλά φαντασία, καλά υλικά και αγάπη γι’αυτό που θα δημιουργήσεις και με αυτό θα ταίσεις τον άλλο. Όπως τα συναισθήματα. Αν τα προσέχαμε λίγο και δεν τα δίναμε σα μπριζόλα μισοκαμένη και λάστιχο στο διπλανό ίσως να μάθαινε να μασάει καλύτερα, να εκτιμά, να αναγνωρίζει τον κόπο μας και την προσπάθειά μας. Την αφοσίωσή μας στην απόλαυσή του.

Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από ένα πιάτο μακαρόνια που φτιάχνεις μέσα σε λίγα λεπτά και μοιράζεσαι από το ίδιο πιάτο και το ίδιο πηρούνι πάνω σε έναν καναπέ ή ένα κρεβάτι οκλαδόν με αυτούς που αγαπάς. Να τους ταίζεις όμορφα για να σβήσεις την επιθυμία τους. Να μη τους μπουκώνεις για να μην πνιγούν. Να τους δίνεις σιγά σιγά τροφή για το μυαλό και το σώμα. Έτσι δένεσαι. Κι ας φοβάσαι. Κι ας κρύβει κακοτοπιές ο δρόμος σου. Να μη φοβάσαι τίποτα. Κυρίως να νιώσεις. Αλλιώς δεν πας μπροστά. Αλλιώς δεν είσαι τίποτα κοντινό σε αυτό που θα μπορούσες να είσαι.

Οι Γάλλοι λένε amuse buche. Κάντε το ίδιο κι εσείς. Όπως το πρώτο φιλί που σκεφτόσουν και έρχεται καλύτερο από ό,τι κι αν είχες φανταστεί. Και τόσο πολλά υποσχόμενο για τη συνέχεια.

(may be continued..)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: