Για όλα αυτά…

Και φεύγει. Και έρχεται. Ο χρόνος, η διάθεση, κάτι στον αέρα. Και εμείς εδώ. Αλλά όχι πια ίδιοι. Γι’αυτό μη χάνεις στιγμή. Για σένα. Για τις όποιες φορές μέσα σε 364 στιγμές ένιωσες μόνος, οτι είσαι λίγος, οτι είσαι πολύς, οτι μπορείς καλύτερα, οτι αξίζεις περισσότερα, οτι αδικείσαι, οτι ξεχωρίζεις, οτι χάνεσαι στους πολλούς.
Που ήθελες να κρυφτείς, που ήθελες να φανείς, που ήσουν άδειος, που ήσουν γεμάτος, που έχανες το κουράγιο, που έβρισκες τη δύναμη, που σου έλειπε κάποιος, που περίσσευες κάπου.

Για τις φορές που δεν έβρισκες σκοπό να σηκωθείς απο το κρεβάτι, για τις φορές που δεν ήθελες να τελειώσει μια τέλεια νύχτα, για το γκάζι που πάταγες σε αδιέξοδα, για τις φορές που έκανες λάθη, που χτύπησες το κεφάλι σου στον τοίχο, για τις φορές που έκλαψες, για τις στιγμές που δε μπορούσες να σταματήσεις να γελάς. Για τις ελπίδες που έπνιξες, για τις υποσχέσεις που μοίρασες, για τις ευκαιρίες που προσπέρασες, για τις προσευχές που έκανες, για την πίστη που έχασες, για όλα εκείνα τα απροσδόκητα που έκανες θεό.

Για όλα εκείνα που σε ρίχνουν, για όλα εκείνα που σε ανεβάζουν, για όλα αυτά που φοβάσαι, για όλα εκείνα που σε αφήνουν αδιάφορο, για τους ανθρώπους που φύγαν, για εκείνους που πετάχτηκαν μπροστά σου, για εκείνους που θα έρθουν. Για τις φορές που κανείς δε σε καταλάβαινε, για τις φορές που εσύ δεν καταλάβαινες κανέναν, για όσες φορές έχασες χρόνο, για όσες φοβήθηκες τον χρόνο, για όσες έδωσες χρόνο. Για κάθε τι που σε τρομάζει, για κάθε τι που σε ανασταίνει, για τις αγκαλιές που μοιράστηκες, για τα πικρά λόγια που είπες, για όσα έρχονται, για όσα δε γυρίζουν πίσω πια. Για τα ταξίδια που έκανες χωρίς να κάνεις βήμα, για τις αποστάσεις που διάνυσες με το μυαλό, με πλοία, τρένα, αμάξια.

Για τις νύχτες που σε βρήκαν να πίνεις, για τις μέρες που δεν περνούσαν με τίποτα, για όλα εκείνα τα “ένα τσιγάρο ακόμα”. Για τα σ’αγαπώ που είπες, για τα σ’αγαπώ που δεν άκουσες, για τις συγνώμες που ζήτησες, για τις αφορμές που έψαχνες, για τις αιτίες που αγνόησες. Για εκείνη τη στιγμή που έκανε τη διαφορά, για όσο χρόνο πήγε χαμένος, για όσες φορές σε είδες στον καθρέφτη και είπες φτου σου μη σε ματιάσω, για όσες τον κοίταξες και σκέφτηκες πως είμαι έτσι θεέ μου. Για τις σφαλιάρες που σου έριξε η ζωή, για τα κωλοδάχτυλα που της έκανες πίσω.

Για τις φορές που σε κοίταξαν στα μάτια, για τις φορές που θολωμένος δεν έβλεπες τίποτα, για τη στιγμή που ανακάλυψες ένα τραγούδι που έκτοτε αγάπησες, για τον αέρα που σε φυσά όταν περπατάς, για ένα “έλα”, για ένα “φύγε”, για τη φορά που έπιασες στα χέρια σου ό,τι αγαπάς, για τις φορές που τον χθεσινό θεό τον έκανες σκουπίδι, για τη στιγμή που ξαπλωμένος σε μια παραλία χάζεψες τα αστέρια, για τις φορές που βούλιαζες τα πόδια στην άμμο, για τις φορές που προσποιήθηκες κάτι άλλο απο αυτό που ένιωθες, για τις στιγμές που έπρεπε να μιλήσεις και σώπασες, για κάθε ανίδεο που βρέθηκε στο δρόμο σου, για τις βουτιές που κράταγες την ανάσα σου κάτω απο το νερό, για τις φορές που ήσουν άφραγκος αλλά χαμογελαστός, για τις φορές που είχες την τσέπη γεμάτη αλλά δεν έκανε καμία διαφορά.

Για όλα τα “θα”, τα “γιατί”, τα “μάλλον”, για τον ήλιο και τα αλατισμένα καλοκαιρινά μαλλιά, για τους φίλους που αγαπάνε την τρέλα σου, για τις φορές που λερώθηκες σαν παιδί με λιωμένο παγωτό μηχανής, για τις φορές που είδες άγνωστο κόσμο στο δρόμο να σου χαμογελά, για τις φορές που χόρευες με τις πυτζάμες μόνος, για ένα σύνθημα σ’ ένα τοίχο που θα μπορούσες να το είχες πει εσύ, για το δάχτυλο που έσυρες σε ένα βρώμικο αυτοκίνητο για να γράψεις “μη με πλύνεις αλλά ζήσε”, για τις στιγμές που περπάτησες μόνο στα τετραγωνάκια απο το πεζοδρόμιο, για τις φορές που όλοι σε θέλανε κοντά, για τις στιγμές που όλοι σε ξέχασαν, για εκείνα που δε θα ξεχάσεις ποτέ, για εκείνα που δε θα ανασύρεις ποτέ απο τη μνήμη, για τις φορές που ήρθες πρώτος, για όσες ήρθες δεύτερος ή τελευταίος, για όσες δεν μπήκες καν στον αγώνα, για εκείνες τις φορές που ντράπηκες ή ένιωσες περήφανος, για όσες στιγμές κοπάνησες μια πόρτα, για όσες χάϊδεψες κάποιου τα μαλλιά, για όσες σε πίστευες μόνο εσύ, για όσες σε πίστευαν όλοι εκτός απο εσένα.

Για όλα αυτά που μπορείς, που δεν μπορείς, που νομίζεις πως δεν μπορείς, για όλες τις προσδοκίες που έχουν για εσένα, για όλα τα όνειρα που έχεις εσύ, που γκρέμισες εσύ, που έκανες πραγματικότητα εσύ, για όλα αυτά που αλλάζεις και για όσα αλλάζουν εσένα, για όλα όσα πιστεύεις και όλα όσα απεχθάνεσαι, για όλα όσα θέλεις και όλα εκείνα που σε θέλουνε, για όλα αυτά που ακόμα δεν ξέρεις πως υπάρχουν και θα τα αγαπήσεις. Για όλες εκείνες τις στιγμές που θα σε πάνε μπροστά κι ας στραβοπατάς, για όλα τα σωστά που θα μοιάζουν λάθη, για όλα τα λάθη που θα διορθώσεις μετά, για τις φορές που θα σε αυτοτιμωρείς ανελέητα, για όλες τις μικρές ατέλειες που σε κάνουν έναν, μια και ιδιαίτερο στα μάτια μου και του κόσμου άκου με.

Δεν έχεις 365 ευκαιρίες για να τα ζήσεις. Αυτές είναι 365 ισομερείς μπούρδες που μάθαμε μέσα σε αυτές να βάζουμε πρόγραμμα. Δε χρειάζονται απολογισμοί, δε χρειάστηκαν ποτέ ισοζύγια. Έχεις δεκάδες εκατοντάδες χιλιάδες στιγμές όταν θες και νιώσεις έτοιμος να τα δεις όλα, να τα ζήσεις όλα, να τα τολμήσεις όλα, να τα πας ξανά απο την αρχή όλα. Χωρίς πρέπει και μη. Όποτε θες, όταν μπορείς. Σήκω. Κάνε τους φόβους σου πλαστελίνη και παίξε. Δες τα αστέρια και σκέψου πως χαμογελάνε. Πιάσε τα χέρια που θες σφιχτά και αέρα στα πανιά σου. Κάνε τη μούρλα σου ρούχο και μη σε νοιάζει τι φοράνε οι άλλοι. Κάνε στην άκρη ό,τι δε σε κάνει να νιώθεις ελεύθερος και “εσύ”.

Και εκεί θα έρθουν όσα φοβάσαι και θα τους γελάσεις, θα έρθει αυτό που θα σε κάνει να σκας εσύ στα γέλια, θα έρθει ό,τι αφήσεις να έρθει και να σου πιάσει το χέρι. Σωστό, λάθος, παλιό, νέο, ηθικό, ανήθικο, παράξενο, ωραίο, περίεργο, ανορθόδοξο, μυστήριο, εφαλτήριο, πυρετός, καρδιοχτύπι, αστείο, γλυκό, πικρό, με σοκολάτα, με φράουλα, με τρούφα πολύχρωμη, με παγωτό, με γέλια, με κλάματα, με λίγους, με πολλούς, κι εδώ κι εκεί και πάνω και κάτω και έτσι και αλλιώς και με λόγια και με σιωπές και με νόημα και χωρίς νόημα και με πόνο και με καρδιά και με αναστεναγμό και με νευρικό γέλιο και με μάτια κλειστά και με μάτια ορθάνοιχτα.

Και όλα αυτά δε θα είναι χρονιές, θα είναι στιγμές. Θα είναι ζωές. Άκου, νιώσε, μύρισε, βοήθα, αγάπα, γέλα. Και όταν πια τα κάνεις όλα αυτά άνοιξε φτερά και πέτα ρε γαμώτο.

Καλή χρονιά 😉

Φωτεινή

Ευκαιρία, η

Λέξη: ευκαιρία, Ετυμολογία: [<αρχ. εὐκαιρία < εὔκαιρος < εὖ + καιρός]

Η ευκαιρία που θες, που ψάχνεις, που κυνηγάς, που ονειρεύεσαι. Αυτή που πάνω της ποντάρεις ό,τι πιστεύεις πως θες. Αυτή που έχει μέσα όλα όσα χρειάζεσαι για να κάνεις το ταξίδι σου. Το όποιο, μικρό ή μεγάλο. Μόνος, με παρέα, για ευθεία, πίσω, δεξιά, για όλους εκείνους τους προορισμούς που θες να φτάσεις. Ακόμα κι αν αυτό είναι να ικανοποιήσεις τους γύρω σου.

Ξεκινάς και σκέφτεσαι αν είχες πραγματικά ποτέ μια. Εκείνη την πρώτη. Καμιά φορά την πρώτη ευκαιρία δεν την καταλαβαίνουμε καν. Την προσπερνάμε. Άλλες φορές νομίζουμε πως στέκεται μπροστά μας παντοδύναμη, ενώ είμαστε μπροστά στο κενό, αλλά δεν είναι εκεί. Κάποιες φορές τη χαραμίζουμε.

Ορισμένες φορές μεταμορφώνεται. Είναι μεγάλη ενώ μας φαίνεται μικρή. Άλλες δεν είναι καν ευκαιρία. Μπορεί και ντύνεται. Σαν περίσταση. Μπορεί και εμφανίζεται, όχι ως κάτι απρόσωπο, αλλά και σαν άνθρωποι γύρω μας. Και αυτοί γίνονται τότε η ευκαιρία μας. Εξ’ ορισμού μας έμαθαν πως είναι κάτι που πρέπει να αρπάξουμε. Τις αρραβωνιάσανε με προξενιό αυτές τις δύο λέξεις. Άρπαξε την ευκαιρία. Γιατί σε κάνανε να πιστέψεις πως είναι για καλό.

Καμιά φορά οι ευκαιρίες δε μας βγάζουν πουθενά. Νιώθουμε πως μας γυρνάνε πίσω ή μας κρατάνε στάσιμους. Αμφισβητώντας τότε αν ήταν όντως ευκαιρίες αυτό που μέχρι χθες ήταν η ευκαιρία σου να αποδείξεις στον κόσμο κάτι. Για εσένα, το ποιος είσαι, το πόσα μπορείς, το τι αντέχεις. Έχουμε την τάση να τους δίνουμε υπόσταση. Ειδικό βάρος. Χωρίς να βάζουμε μέσα στην εξίσωση αυτό τον συντελεστή που τα επιταχύνει όλα. Εμάς. Το πως εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτή την ευκαιρία και πως θα την αξιοποιήσουμε. Και πολλές φορές χάνουμε. Και την ευκαιρία και εμάς μέσα σε αυτήν.

Και εκεί που σκέφτεσαι πως έχεις εξαντλήσει κάθε περιθώριο η μοίρα είναι ο πιο εύκολος κάδος που εφευρέθηκε ποτέ στον κόσμο για να πετάξεις όσα δε θες να πάρεις επάνω σου. Ή οι άλλοι. Ξεχνώντας πως είσαι και εσύ ο άλλος των υπολοίπων. Κι αυτά τα υπόλοιπα σε κάποιο χαλί απο κάτω τα πετάς για να μη τα βλέπεις αλλά ξέρεις…με τον καιρό θα μαζευτούν πολλά εκεί.

Και κάπου εκεί αρχίζεις και σκέφτεσαι την επόμενη ευκαιρία και αν θα υπάρξει. Πολλές φορές μικρές ανάσες, απο αιτιάσεις και αφορμές τριγύρω, μας κάνουν να πιστεύουμε πως αυτή ξανάρθε. Κυρίως γιατί έχουμε ανάγκη να βαφτίσουμε αυτό που χρειαζόμαστε ευκαιρία. Και τις περισσότερες φορές πρέπει εσύ να δοθείς στην ευκαιρία παρά αυτή σε εσένα. Και δεν μας δίνουμε. Ακριβοθώρητοι. Βουνά που δεν πάνε στον Μωάμεθ η ευκαιρία όταν την δίνουμε εμείς και μια απλή αναλογική όταν είναι να την λάβουμε.

Αν κάτι σου συμβεί το δαιμονοποιείς. Αν σε πληγώσει. Και εκεί αποκλείονται ξανά δεύτερες ευκαιρίες απο μελλοντικές μας αποφάσεις. Αλλά τελικά είναι απλό. Γιατί η δεύτερη ευκαιρία ίσως είναι αυτό που χρειάζεσαι. Γιατί σε ξέρεις καλύτερα, γιατί έμαθες να αναγνωρίζεις και τα λάθη σου και τα σωστά σου. Και έχεις κάθε δικαίωμα να τη ζητήσεις και έχουν κάθε δικαίωμα να στην αρνηθούν. Και έχεις κάθε δικαίωμα να το βρεις άδικο αλλά να το δεχτείς.

Δεύτερη ευκαιρία στη ζωή προσπαθούν να έχουν αυτοί που ξεριζώθηκαν απο έναν τόπο με επιλογή το θάνατο ή τον αργό θάνατο με μια ελπίδα πως αυτή τη φορά τα ζάρια ίσως δεν πέσουν έξω απο το τάβλι ακόμα και αν ποτέ δε θα φέρουν εξάρες.

Δεύτερη ευκαιρία μπορεί να είναι ένα συγνώμη. Όχι για να διορθώσεις κάτι. Καμιά φορά απλά για να καταφέρεις σε δεύτερη ανάγνωση να δεις απέναντί σου τον άλλο όπως ακριβώς είναι και οχι οπως θα ήθελες ή πίστευες.

Δεύτερη ευκαιρία είναι και τα λάθη σου. Είναι η δική σου στιγμή να μη τα ξανακάνεις ή να τα ξανακάνεις. Να έχεις μάθει απο αυτά, να μην έμαθες τίποτε απο αυτά. Να είναι τη δεύτερη φορά αυτά τα ίδια λάθη τελικά το σωστό κι ας μην ήτανε την πρώτη.

Και αν καταφέρεις να διώξεις απο μέσα σου αυτό τον ακέλυφο πυρήνα του εγώ σου και σηκώσεις το κεφάλι και κοιτάξεις γύρω θα δεις έναν κόσμο γεμάτο απο χαμένες ευκαιρίες. Γεμάτο απο ανθρώπους που δεν τις έδωσαν και ανθρώπους που ποτέ δεν τις πήραν. Ακόμα περισσότερο απο ανθρώπους που δεν τις κατάλαβαν καν.

Και έρχεται μια στιγμή, μπροστά σε ένα φανάρι, κυριολεκτικό ή μεταφορικό. Γραμμή εκκίνησης το λέω εγώ. Ξέρεις πως σε λίγα δευτερόλεπτα θα ανάψει πράσινο. Και θα είναι η ευκαιρία σου να φύγεις. Όχι να επιταχύνεις. Ή να ξεκινήσεις χαϊδεύοντας απαλά το γκάζι. Αλλά είναι ίσως η ευκαιρία να στρίψεις δεξιά ή αριστερά γιατί πάντα ευθεία πήγαινες.

Και δεύτερη ευκαιρία είναι όχι αυτό που δίνεις στους άλλους αλλά αυτό που δίνεις σε εσένα. Είναι η δεύτερη ευκαιρία που θα δώσεις στον εαυτό σου. Να κάνει αυτό που θέλει και να στέκεται στα πόδια του. Δεύτερη ευκαιρία είναι να φοβάσαι αλλά να εξακολουθείς και να απλώνεις το χέρι, να εμπιστεύεσαι. Πως θα ξαναπέσεις και όχι στα μαλακά απαραίτητα και να το ξανακάνεις. Ξανά και ξανά και ξανά.

Και η δεύτερη ευκαιρία δεν έρχεται πάντα με τα ίδια πρόσωπα, ούτε με παρόμοιες καταστάσεις, ούτε με ίδιες αφορμές ή ανάλογες περιστάσεις. Καμιά φορά η δεύτερη ευκαιρία μοιάζει πολύ διαφορετική απο την πρώτη. Σε όλα. Και εκεί κάποιες φορές σκέφτεσαι αν αξίζει να παλεύεις τόσο πολύ για να συντονιστούν οι ευκαιρίες σου με τις ευκαιρίες των αλλωνών και να καταλάβετε πως η ευκαιρία του ενός είναι η ευκαιρία του αλλουνού. Να δείτε οτι οι ευκαιρίες δεν εμφανίζονται απο το πουθενά. Καλλιεργούνται απο τις συνθήκες αλλά οι ευκαιρίες είμαστε εμείς. Είμαστε ο χώρος, ο χρόνος, η διάθεση, ό,τι δίνουμε δικό μας αλλού, έξω απο εμάς. Και αν χάσει κάποιος την ευκαιρία μας ενδεχομένως να χάνει και εμάς αλλά τελικά δεν είμαστε τίποτε περισσότερο απο την ευκαιρία που δώσαμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας κάποιος να μας χάσει. Και δύσκολο να χάνεις. Δύσκολο να έρχεσαι δεύτερος. Δύσκολο να είναι πολύ αργά. Αλλά εύκολο να αλλάζεις ό,τι θέλεις στη ζωή σου. Και να σου δώσεις μια πραγματική ευκαιρία. Να ζήσεις όπως εσύ θες, με αυτούς που θες.

Κι αυτή η πρώτη ή δεύτερη ευκαιρία που θα σου δώσεις θα είναι περισσότερο απο αυτό που ονειρεύτηκες γιατί δεν ήξερες πόσο ωραίο μπορεί να είναι. Και θα είναι τόσο ωραίο. Και θα είναι τόσο γεμάτο. Και θα είναι τόσο δυνατό. Και δε θα σε τρομάζει και θα ακουμπάς επάνω της και θα ξαποσταίνεις ήσυχος.

Κι αν την ευκαιρία σου την έχεις κοιτάξει στα μάτια, αν έπεσες επάνω της στρίβοντας σε ένα στενό, αν την ξέρεις και της χαμογελάς αλλά δεν της συστήθηκες ακόμα ίσως δεν είναι έτοιμη και εκείνη για εσένα. Ή εσύ γι’αυτήν. Αλλά μη φοβάσαι. Μη φοβηθείς ποτέ τίποτα ξανά. Αν θέλεις θα τη βρεις λίγο παρακάτω και θα σε βρει κι αυτή. Ίσως όχι με τον πιο ορθόδοξο τρόπο, όχι εύκολα, όχι ανώδυνα, όχι με timing και πρόγραμμα. Απλά και πιο σωστά απο ποτέ θα είναι εκεί και θα σε περιμένει να είσαι έτοιμος. Να την αρπάξεις.

Boarding pass

IMG_6283.JPGHe was almost half asleep in his seat. Meds seemed to be working this time. He had taken more than enough to drug an adult elephant. He was scared to death when things didn’t go as planned. And this time he was thinking that hell was about to break loose. A loud voice forced him to open both eyes

-Sir, is anyone sitting here? a woman asked him

-Ehm…No

-Thanx cause I don’t like sitting at the back, she said and after placing her oversized cabin luggage above them she just sat as if taking a dive into the ocean in the seat right next to him.

He could feel anxiety rising and his spine pinching. He was angry. So angry. He managed to say

-What does your boarding pass write?

Jesus. Where did these people come from? Acting as if an airplane is like riding a public downtown bus.

-Oh, I have no clue. I never look at them, I just seat wherever seems more comfortable as long as its a corridor seat, she replied.

WHAT? he mutedly thought. He had been planning where to seat for more than 5 months prior to this trip. He had examined thoroughly online the airplane type in Seatguru.com, checked which seats were the safest -if anything malfunctioned- and in order to secure one of them he had been online since the second check in was made available for his flight so that no one else would take what he wanted.

She spoke again interrupting his inner monologue.

-Are you traveling alone? She asked with that loud voice again

-No. (Keep your answers short, she will stop talking at some point)

-And were is the rest of your company?

-At the back (I cannot even stand them on a flight, he silently added).

-I was that close to losing the plane. I fell asleep and my suitcase was not ready, I couldn’t find a taxi for the airport, I was running like crazy, lucky me I got in the gate a second before it closed, she said in an exciting way.

-Yes. Lucky you, he murmured.

This is just great. He had 12 hours of flying ahead of him with an irritating woman again next to him preventing him from a drugged sleep just when the meds started to kick in. There was no way he wouldn’t be drugged to make it through this ordeal of being in the air. Especially after he thought that he would travel alone.

He doesn’t remember when all of this began but he never felt safe up there in the sky even if he had read dozens of studies saying that its the safest way of traveling. And boy, didnt he love going to places all over the world. He just couldn’t stand going there on a big bird. He often got frustrated by thinking that it was time technology found a way to transfer people instantly to the places they wished to be. On the other hand, he often argued against his own wish that part of the trip is going somewhere, not just landing on a place on the planet.

The engines were in medium power, the plane hadn’t started ascending yet but it was close to doing that. He felt it by seeing boarding to be complete and the stewardesses showing what people should do in case of…”stop thinking of that damned”. He had exercised himself well in putting an end in thoughts that made him feel uncomfortable. As well as he might have exercised though, at this point of time, he started sweating again.

-Are you ok? You seem a little ill. The woman asked him and he was more than ready to knock her down if she spoke one more word. He didn’t answer but he knew already that it was going to be a really long flight. He wanted to start yelling at her but took a deep breath instead.

Wheels started moving on the tarmac and he hold his breath once again while looking out of the window and grabbing the seat handles as tightly as possible.

Suddenly while the plane was speeding up on the runway he felt something on his left hand. He moved his eyeballs without turning his head to the place he felt a skin on his skin.

She had taken his hand in her hand and was holding it firm.

-I am sorry I was late. I know how nervous you get. But you know, there was no way I wouldn’t make it, she told him in a low husky voice, almost apologetic.

-I want to just kill you right now, Claire. I have fantasized a million ways of doing that until I saw you on the door of the plane. How many times have you done that? Being the last one when you know what happens to me.

The plane started ascending and he was on the verge of breaking but now she was there and everything seemed a little bit better.

-Ok, Peter, first of all, I said am sorry. Secondly, I was working late last night and barely slept for 3 hours before waking up and seeing I overslept. But am here now, doesn’t that count?

-Yes. It does, he said still looking out of the window all these buildings becoming smaller and smaller until they were just dots.

It was a game that they played for the last 12 years they knew each other. Pretending after their first random flight to be complete strangers. They met on a plane on a transatlantic flight from Frankfurt to Boston when they were barely 23 years old. They were both heading to an MIT exchange university program and all European participants were scheduled to travel through Frankfurt so that they could get to know each other better pending their arrival to Boston.

Peter was scared of airplanes. She was scared of nothing. Or almost nothing. But anything that could scare her was far away from a plane flying above the sea.

They were seated next to each other at that trip and while he was on the verge of dying she kept talking for the whole 9 hour flight so much that after a while he forgot how scared he was and just focused on what he felt he wanted to do more than anything else; make her shush.

She, of course, had understood that he was frightened the minute she sat next to him. His color was changing from pale white to almost an ill yellow within seconds. She couldn’t understand how someone is afraid of flying. For her it was like being afraid of a cat or a dog or taking out trash at night. But she well respected people’s fears even if she couldn’t comprehend them. So, when she saw him on that first trip ready to faint although they were strangers she just grabbed his hand and said

-Everything will be ok, no worries.

-Please can you let go of my hand? he said

-Yes, I can but considering the color on your face I think its wiser to keep holding it just in case you die suddenly and I keep flying for 9 more hours with a corpse next to me. Not what you would describe as a perfect trip, right? she asked laughing.

Is that girl on medication? This was his first thought. But he didn’t pull his hand from hers until it was hours later that he decided to visit the wc. She was still talking to him even when he was two seats behind in the corridor leading him to the back of the plane.

When he returned he sat and buckled immediately. She started talking again. She kept asking him questions. So many questions that in order for him to answer he didn’t, anymore, have a second to spare in order to remember that they were flying over the ocean, helpless if anything happened.

He got to take a good look at her the minute the plane landed while he was thanking every God on earth for making it to Boston alive and kicking.

She had a smile as if flying was taking out her dog for a walk, he thought.

The next few weeks he barely saw her on the campus premises until it was time to get into the return flight again. He was starting to sweat all over when she got into the plane as the last boarding passenger saying sorry to the people waiting for her and bumping into seats with her things until she saw him and sat next to him on the corridor seat.

-Phew, I thought I wouldn’t make it, she said

-It seems that you have a habit of almost losing planes, he said

-Yes but I never have so you got to stuck with me again

And she just grabbed his hand again on the airplane take off and she kept on sharing stories with him until they landed on safe ground.

Half an hour later, while waiting for his baggage claim Claire came to him and gave him her boarding pass with something written on it.

-This is my email. If you ever feel like being afraid of flying again just give me a call, bye

And just like that she vanished into thin air.

On the years that followed Peter left the country to work abroad, in Rome. Claire was jumping from one job to another in Paris. But every time Peter scheduled a long trip, once every one or two years, he just booked her a ticket and send it to her so that she could travel with him. They kept meeting on planes each one coming from work, or a friends wedding, one time she almost boarded on a bridesmaid gown and he couldn’t stop laughing. Every time they almost had reverse psychologies. When she was happy he was troubled and when he was over the roof with joy she was holding back.

Sometimes she stayed for 1 or 2 nights at his final destination but mainly she was his airplane safety net. After that, they solely continued their trips and lives as if they were random co-passengers of flights.

But this time she hadn’t even replied to say she was coming. He didn’t think that she would come although she had never missed a trip. Moreover, she kept asking to pay for her own ticket but Peter felt it was the least price he could pay for making it to his destination without having a nervous break down.

-Peter?

-Yes?

-I think that maybe next time you can fly on your own, she said

-Why? Are you going to be away somewhere? he replied and fear started to grow inside him once again

-No, but I think that you’ve made so much progress that you can travel without being scared with also other people next to you, like your friends or a girlfriend, a fiance, anyone.

-You say this as if this is the last time you seat next to me on a plane.

-No, no, I am not saying that but you are strong enough and at some point you have to just try letting go of this fear. You have traveled half the planet and still you do not let go just because you are in a flying machine up in the air above the sea…

-You do understand that first of all its almost impossible to find someone talking as much as you do and keeping my mind busy for so many hours and secondly when you describe it like this, at the exact moment that it happens we are flying, I just wish I could strangle you?

She again started laughing.

-No you wouldn’t. You were just listening to California dreamin’ a second ago, do not try to deny it, I know that you have an earbud hanging on the other side of your head when I am talking to you. And trust me, no man listening to that song can strangle a woman just because she is talking too much

-You are once again irritating when you analyze me like that. For your information, I can get really mad. It just happens that when you are next to me this just doesn’t externalize itself.

-Externalize?

-Yes

-Is that a new word you just invented? Cause this is something I usually do Peter, remember?

-I never forget, he said and he changed the subject asking her of how things in her life are at the moment.

The last time he saw her, a year ago, she was broken hearted and he was happier than ever. And when they said goodbye at that trip, the only trip she didn’t constantly talk, he just wanted to tell her “hey, let’s jump on another plane” just to try doing on reverse what was happening for years. Him talking and her listening. Him helping her feel better. But something stopped him.

-I am good, really good, work is fine, I have time to do the things I like and I got to meet some really great people on my last trip to Singapore, she said

-Anyone special?

-Maybe, who knows? Time will tell.

But even if he only shared with her airplane hours he knew that she was troubled. He could sense it in an inexplicable way.

-We are not all that good in relationships like you mr-california-dreamin’-listening-guy, she said and burst into laughing

-Actually, just to make things right, I haven’t been living lately on what you ‘d call my own little paradise

-Oh, so there are problems in heaven also? What happened? This year you didn’t make a bonus big enough to feed the world’s poor?

-Stop it, he said trying to contain his laughter

-I don’t want to know

-Really? You? Not wanting to ask a question? How come? Are you ill or something?

-No, I am just a little tired, that’s all.

And she kept talking for hours and at some point Peter for the first time closed his eyes and let loose and fell asleep. It wasn’t less than two hours later that he opened his eyes, terrified until understanding that everything was ok and the plane kept going. He felt something on his arm pushing him and when he turned his head to Claire he saw her sleeping while resting her head on his arm. Christ, he thought, she actually does stop talking at some point. He didn’t move an inch so that he wouldn’t wake her up and when he saw the stewardess moving along the plane corridor he made a sign to her with his free right hand to bring Claire a blanket.

They had three more hours ahead before landing in Lima and there he was 12 years after their first trip being able to sleep and moreover her not talking. As if you could, for a moment, think of the world stop spinning and it happening.

He placed the right bud in his ear and kept on listening to music for the next half hour almost relaxed but still aware of the height of the plane.

-Are you sleeping? she suddenly asked in that still-not-waken-up-voice

-I was, he replied.

-I am so sorry, I fell asleep

-Oh, I know. I was 5 minutes due to asking a refund on your ticket, he said laughing

-I was so tired, am so sorry, she said and tried to move so that she could sit straight in her seat.

He stopped her. She didn’t move.

-Will you stay in Lima for a couple of days? he asked her

-I have no idea, maybe. Aren’t you meeting up with friends there? I was thinking of grabbing the first plane back

-No, I am traveling by myself this time, he replied

-Really? You scare me Peter. You start doing what I do. See? Next time you will fly by yourself and be just fine

-The only thing I can hear is blah blah blah and a silent proposition of yours for me to finally pay a visit to a psychotherapist

-I would never say that. You know me. I may have thought about it but I’d never say it out loud, she said laughing while almost falling asleep again.

-Don’t let me sleep again, ok? And if you feel scared just tell me and I will keep talking, she carried on saying.

He grabbed her hand, tucked her in the blanket, gave her his left earbud, picked up the volume of the song and said

-Stay put, am fine. Everything is going to be ok. Do you trust me?

-Yes, I do, she said

And just like that she fell asleep again in seconds. And he kept talking to her from that moment until the plane landed.

 

The End

Γεια σου ανθρωπάκο.

IMG_5500.jpg

Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω τελευταία πως κλείνεις τα μάτια συχνά. Και τα δύο μαζί. Σφιχτά. Κοιμάσαι ή δε θέλεις κάτι να δεις; Ή μήπως και τα δύο; Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω ξεχνάς εύκολα. Και ποιος είσαι και από πού έρχεσαι. Βολεύει ή οι μνήμες δεν πιάνουν τόπο στου νου σου την πατρίδα; Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω φεύγεις στα δύσκολα αμέσως. Τρέχεις σπίτι σου να κλειδωθείς.

Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω δεν έχεις όνομα. Έχεις γίνει ένας με όλους. Βλέπω δεν αντιδράς. Βαριέσαι να προσπαθήσεις ή προσπαθείς μόνο για εσένα;

Γεια σου ανθρωπάκο. Βλέπω δεν ονειρεύεσαι πια. Είναι τόσο ακριβά τα όνειρα ή ακόμα θρηνείς τα προηγούμενα; Βλέπω δεν ψάχνεις να μάθεις την αλήθεια, σου αρκεί η μισή. Βλέπω δεν αντέχεις την ασχήμια του κόσμου. Βλέπω πιστεύεις όχι στα μάτια σου, όχι στα αυτιά σου, αλλά σε ό,τι σου πετάνε κι έχει το πιο ωραίο αμπαλάζ. Βλέπω πως δε με βλέπεις. Βλέπω πως δε με ξέρεις. Βλέπω πως γουστάρεις να κοιτάς τον κόσμο απο κλειδαρότρυπες. Βλέπω πως με φοβάσαι. Βλέπω πως δε με πιστεύεις. Βλέπω πως σου φταίνε πάντα άλλοι. Βλέπω πως με συζητάς αλλά δε με κοιτάς. Βλέπω πως με αποφεύγεις. Βλέπω πως δε σε κοιτάς στον καθρέφτη ολόκληρο. Βλέπω πως είσαι μόνος μέσα σε πολλούς. Βλέπω να κοιτάς αν τα ρούχα σου ταιριάζουν, αν τα λόγια σου δε θίγουν, αν οι πράξεις σου δεν παρεξηγούνται. Βλέπω να ντύνεσαι με ό,τι σε κρατά μακριά από ό,τι δεν αντέχεις. Ιδεολογίες, κόμματα, θρησκείες, διαφωνίες, συμφέροντα. Αυτά αναπαράγεις, με αυτά ποτίζεις την ψυχή σου, το μυαλό σου, το είναι σου. Με αυτά χοντραίνεις την πέτσα σου για να μη νιώθεις.

Άκου ανθρωπάκο. Θα έρθει μια μέρα που πνιγμένος στο φόβο σου θα αμπαρώσεις και την τελευταία κλειδαριά και θα αισθανθείς εκεί ασφαλής. Ασφαλής μέσα στο φόβο. Θα κάνεις τα χέρια και τα λόγια σου όπλα και πυρομαχικά σε κάθε τι διαφορετικό για να προστατευτείς. Θα δεις τα αδέλφια σου εχθρούς, θα δεις τους γύρω σου στρατόπεδα, θα μοιάζουν όλα πόλεμος. Θα αρματωθείς με ημιμάθεια, με επιλεκτικές ευαισθησίες, με άρνηση, με θυμό, με θλίψη, με το παράλογο που μοιάζει πια λογικό. Θα ζαλωθείς με τρόμο, με ασπίδα το τεράστιο εγώ σου, με κράνος ανθρωπόμετρα για την αξία της ζωής ανά περιοχή του πλανήτη, θα κάνεις καθιστός στα ζεστά, στα φοβικά “ασφαλή” σου δηλώσεις βαρύγδουπες στο όνομα της δημοκρατίας με όποιο ορισμό θες εσύ να της δώσεις ή σε συμφέρει να της δώσεις. Θα κάνεις αυτό που δε θες να σου κάνουν. Θα τιμωρήσεις χωρίς έλεος. Θα βάλεις ταμπέλες. Θα υποδείξεις συμπεριφορές. Θα εφεύρεις αντίποινα. Θα χτυπάς όποιον σε χτυπά. Θα χτυπάς τυφλά, αέναα μέχρι να τυφλωθείς. Θα στοχεύσεις, θα εκτοξεύσεις πυρ, θα βαφτίσεις την πρόθεση κοινό καλό, θα ξεπλύνεις τη συνείδησή σου, θα πείσεις και τον διπλανό σου να κάνει το ίδιο και έτσι θα νιώσεις καλύτερα.

Θα συνεχίσεις για καιρό να κάνεις πως δεν υπάρχω. Θα κοροϊδέψεις όποιους με πιστεύουν. Θα με χλευάσεις, θα με μειώσεις, θα με αποδομήσεις, θα με αποκαθηλώσεις, θα με σταυρώσεις, θα με ξεφτιλίσεις για ό,τι είμαι και ό,τι εκπροσωπώ. 

Κι εγώ τόση ώρα θα σε κοιτώ. Θα σε παρατηρώ. Θα κρύβομαι να μη με δεις. Θα σε διαβάζω, θα σε ακούω σιωπηλά. Κι όταν πια θα έχεις βουτήξει ολόκληρος στην τρέλα ανθρωπάκο θα έρθει η ώρα να γνωριστούμε εμείς οι δύο. Κι όμως εγώ τότε δε θα σε κρίνω. Δε θα σε στήσω στον τοίχο. Θα είμαι εκεί να σε τραβήξω από αυτόν. Όπου και σε ό,τι κι αν πιστεύεις. Όπως κι αν μοιάζεις, όπως κι αν φαίνεσαι. Ό,τι κι αν θέλεις να μου δώσεις, ό,τι κι αν δεν έχεις να μου δώσεις, ό,τι κι αν θέλεις να μου πάρεις, ό,τι κι αν μου έχεις ήδη πάρει, ό,τι κι αν θες να μου επιβάλεις.

Σε όποιο θεό κι αν προσεύχεσαι, όπου κι αν εναποθέτεις τις ελπίδες σου. Με όσο φόβο κι αν έχεις, με όσο μίσος κι αν έχεις θα έρχομαι προς τα εσένα. Με όσα όπλα κι αν κουβαλάς θα περπατώ προς τα εσένα. Με ό,τι κι αν με χτυπήσεις θα συνεχίσω να έρχομαι προς εσένα. Κι αν πέσω κι αν με ρίξεις θα παλεύω να φτάσω σε εσένα. Θα σου μιλάω με φωνή καθαρή, με λόγο ευθύ, θα σου δείχνω γύρω μας το χάος μα θα είμαστε εγώ κι εσύ μοναχά. Κι αν με βρίσεις θα σου στέλνω φιλιά. Κι αν με απειλήσεις θα σε πάρω αγκαλιά. Κι όσο μου μιλάς για θεό εγώ δεν θα έχω θεό. Κι όσο κι αν απομακρυνθείς θα συνεχίσω να τρέχω σε εσένα.

Κι όταν σε φτάσω αποκαμωμένοι και λαβωμένοι κι οι δυο απ’ όσα μας χωρίζουν θα απλώσω το χέρι. Κι αν το τραβήξεις θα το απλώσω πάλι. Θα το απλώνω όσο χρειαστεί, όσο κι αν κουραστώ, όσο χρόνο κι αν μου πάρει για να στο πιάσω γερά. Και θα σου δείξω λουλούδια να ανθίζουν στο μπετό. Και θα σου μάθω από την αρχή πως τα αντίθετα και τα διαφορετικά ταιριάζουν. Και δε θα έρθω να σου πω εγώ το σωστό αλλά να το φτιάξουμε μαζί το σωστό. Και θα σου εξηγήσω πόσος χώρος υπάρχει για εσένα, για εμένα, για κάτι πιο δυνατό από εμάς που λέγεται ζωή.

Και θα επουλώσω πληγές και θα γιατρέψω συνειδήσεις και θα σε προστατέψω απ’ όσους θέλουν να σε κατασπαράξουν και θα γίνω καταφύγιο να κρυφτείς και μαντήλι να σου σφουγγίσω τον ιδρώτα και φάρμακο να σε γιατρέψω και ομπρέλα να μη βραχείς και στεγνό ρούχο να ζεσταθείς και φαγητό να τραφείς και καθαρό νερό να πιείς και χαμόγελο για να γελάσεις και θα γίνω ησυχία για να κοιμηθείς και θα γίνω κλουβί για τα άγρια μέσα σου και αλήθεια για να πειστείς και θα γίνω προσπάθεια για να σταθείς και θα γίνω γνώση και θα γίνω βοήθεια και θα γίνω ώμος για να πιαστείς και θα γίνω πατρίδα να βρεις σπίτι και θα γίνω μάνα σου και αδελφή σου και οικογένειά σου και φίλη σου και θα γίνω μια υποψία στο μυαλό σου μήπως ο κόσμος μπορεί και αλλιώς, και θα σου κάνω τον φόβο δύναμη και το αδύνατο πραγματικότητα και δε θα έχεις πια υποκοριστικά άνθρωπε. 

Και αν ποτέ καταφέρεις να με κοιτάξεις στα μάτια, κι αν ποτέ βρεις μιλιά να αρθρώσεις και δύναμη να σταθείς και με ρωτήσεις πως με λένε κι απο που έρχομαι θα σου πω πως ούτε όνομα ούτε πατρίδα έχω σ’ αυτή την ανθρωπότητα. Αλλά οι φίλοι με φωνάζουν ελπίδα.

p.s. Ευχαριστώ πολύ το http://www.doctv.gr για τη δημοσίευση του κειμένου στις 05/12/2015 Link: http://www.doctv.gr/page.aspx?itemid=spg9073

Dead & the city

Ξημέρωσε Σάββατο και έξω καλοκαίρι. Είσαι γύρω στα 30, με σκυλιά αλλά χωρίς παιδιά και υποχρεώσεις. Σε βλέπουν οι θειάδες και σε φτύνουν με ημιροχάλα “φτού σκόρδα, τα νιάτα σου να είχα. Περπάταγα εγώ κάποτε και έτριζαν τα πεζοδρόμια”. Κάπου εκεί πατάς το pause, κάνεις εικόνα τη θεία (να περπατά σα θηρίο σε λεωφόρο με φωνή απο το Saw III και να τινάζονται τάπες αποχέτευσης) που μετα βίας χωρά να περάσει απο την κάσα της πόρτας και είναι ο φόβος και ο τρόμος κάθε συγγενή μη και κάτσει στην καρέκλα γύφτου και σφινοκωλιάσει και την πάρει μαζί φεύγοντας γιατί δέκα νοματαίοι να τραβάνε να ξεβεντουζάρουνε έχει φρακάρει ο Γιάννης το θεριό. Και φαντασιώνεται η θεία Περδικούλα καθώς γλύφει απο το κουτάλι το παγωτό καϊμάκι της πως εσύ τα Σάββατα λιάζεις το κορμί σε μια παραλία, χαλβαδιάζεις άλλα κορμιά στην ίδια παραλία, πας για ούζα, βολτάρεις σε καφέδες με νόημα ή χωρίς, βγαίνεις τα βράδια σαν ξεκούρδιστο πάρτι άνιμαλ, κάνεις σεξ μέρα νύχτα σα ξαναμμένη φοράδα και ό,τι χωράει ο νους της το έχει σκεφτεί και στο έχει φορέσει.

Καλωσήρθες στα 30 μαντάμ. Μερικοί βασικοί κανόνες που διέπουν τη συγκλονιστική, σχεδόν μυθιστορηματική, ζωή της χαμένης μας γενιάς.

Το “πάμε για ύπνο” είναι το νέο “πάμε μπουζούκια”. Το “μη χαθούμε, πάμε για ένα καφέ” σημαίνει άντε τα ξαναλέμε πάλι για να ευχηθούμε Πάσχα, Χριστούγεννα, σε καμμιά γιορτή, καλά να είναι το facebook που μας τα θυμίζει.

Το μιλάμε σημαίνει περιμένουμε καρτερικά τη σειρά μας να μιλήσουμε γιατί εδώ τα δικά μας προβλήματα πετάμε στο πίσω μέρος της ντουλάπας των αλλωνών θα λύσουμε;

Το πάμε για ποτό σημαίνει ας το κανονίσουμε μια εβδομάδα πριν να έχω προετοιμαστεί, κοιμηθεί, ξεκουραστεί, σιδερώσει ρούχα, φτιάξει μαλλί, νύχι κ.λπ. γιατί μια φορά το μήνα βγαίνω μη με πούνε και χωριάτα. Σιγά μαρή Γκρέτα Γκάρμπο. Στο Χαλάνδρι σου είπανε να πας, όχι στο Μόντε Κάρλο. Ο Τάκης απο τα Κάτω Πατήσια θα σε δει, όχι ο Hugh Jackman.

Το βγαίνω καθημερινή δεν το πιάνω καν, δεν παίζει εκτός αν χώρισες χθες. Αλλιώς και μόνο στο άκουσμα γελάνε μέχρι και στη Βιλαρίμπα.

Το “κουράστηκα σήμερα” είναι πιο συχνό και απο το “θα πάρετε κάτι;” σε καφετέρια. Παντού εξαντλημένα κορμιά έρπονται απο σπίτι-δουλειά και δουλειά-σπίτι. Κατάκοποι όλοι απο το αέναο “ρίχνω μπετά” στο κομπιούτερ επιστρέφουν στην οικία όπως όπως.

Το αυθόρμητο έχει βιαστεί και μαχαιρωθεί κατ’ εξακολούθηση με απανωτές μαχαιριές. Μόνο του πάει στο δράστη και του λέει “είμαι μια καινούρια μέρα, έλα βρες κάτι να τη σκοτώσουμε κι αυτή πριν της δώσουμε την ευκαιρία να συμβεί κάτι ώστε να τη θυμόμαστε για πάντα”. Και ενώ ο Σόμπολος εξιστορεί το χρονικό της άγριας δολοφονίας της καθημερινότητάς σου άπειρες δικαιολογίες προβάλλουν σε κάθε περίσταση.

Δεν έχω κάνει μπάνιο, δεν θα βρω να παρκάρω, θέλω να βάλω πλυντήριο (λες και θα γυρνάς μανιβέλα όση ώρα πλένει το ρημαδιασμένο), που να τρέχω εκεί τώρα, βαριέμαι να ντυθώ, να οδηγήσω, να μιλήσω, να ακούσω, ε βαριέμαι να ζήσω, άντε τα λέμε ξανά την άλλη βδομάδα μήπως και βρω καμιά καλύτερη δικαιολογία για να περάσουν άλλες εφτά μέρες απο τις οποίες δεν θα έχει μείνει τίποτα να θυμάμαι.

Κι αν δεήσει ο μεγαλοδύναμος και κανονίσεις αρχίζει ο δεύτερος γύρος. Ε μη βρεθούμε και πολύ αργά γιατί θέλω αύριο να ξυπνήσω νωρίς, να χαϊδέψω τις ορτανσίες στον κήπο, να κάνω απόψυξη, να μετρήσω πόσα πιρούνια έχω, να τσακωθώ με τη μάνα μου, να πάω σε ένα παιδικό πάρτυ, να λύσω το Κυπριακό, να σαπίσω στο facebook, να κάνω τσεκιν στο γυμναστήριο, να βγάλω φωτό το μπεργκερ που θα φάω, να παίξω quizdom μέχρι να νεκρώσει κάθε δάχτυλο και να πατάω τα κουμπιά πια με τη μύτη σα παπαγάλος, να απλώσω τραχανά, να δω αν μου κάνει το μαγιό, να κόψω τα νύχια μου, να διαλέξω θέση στον οικογενειακό τάφο μη και με ρίξουνε ώρα που θα’ναι, να σκεφτώ μήπως έπρεπε να γίνω αστροναύτης, να τινάξω την ανθισμένη αμυγδαλιά, να χέσε μας.

Θυμήσου τώρα τις πιο ωραίες στιγμές στη ζωή σου και προσπάθησε να θυμηθείς αν σε αυτές: 1. είχες κάνει μπάνιο 2. αν είχες πολλά λεφτά στην τσέπη 3. αν είχε κίνηση μέχρι να πας 4. αν είχες βάλει πλυντήριο πριν. Αν θυμάσαι κάτι απ’όλα αυτά τότε μάλλον σου χρειάζεται φορμάτ ή μεταμόσχευση εγκεφάλου.

Τις στιγμές που θα μείνουν για πάντα τις κάνουν οι άνθρωποι, πλυμένοι ή όχι, ξεμαλλιασμένοι ή όχι, άφραγκοι ή όχι, ντυμένοι σα γύφτοι ή όχι. Οι γεμάτοι, χωρίς μα και μου, δίχως δεύτερες σκέψεις άνθρωποι. Που είναι εκεί όταν το ζητήσεις. Κουρασμένοι όπως όλοι, αγχωμένοι όπως όλοι, με προβλήματα όπως όλοι αλλά εκεί.

Τιμημένη γενιά του device και όπου αυτό βάλε τηλεκοντρόλ, joystick, κινητά, tablet κ.λπ. καλωσήρθες στο θάνατο εν ζωή. Άδικα κωλοχτυπιέσαι πως δεν έχεις χρόνο. Δε θέλεις να βρεις χρόνο. Ή βρίσκεις αλλά τον γεμίζεις με τόσες ηλίθιες σκέψεις για το τι θα τον κάνεις που πέρασε κι έφυγε. Όσο λοιπόν εσύ χάνεσαι σε αυτό τον ορυμαγδό και καταλήγεις με τις πυτζάμες στον καναπέ κάποιος προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο. Κάποιος κατεβαίνει σε μια πορεία, κάποιος κάνει σεξ, κάποιος κοιτάζει τη θάλασσα με ένα φίλο και δυο μπύρες στο χέρι, κάποιος οδηγεί και ακούει δυνατά μουσική, κάποιος χρειάζεται μόνο λιγη ώρα για να ντυθεί όπως όπως και να έρθει να σε βρει και να περάσετε καλά. Και να μείνει κάτι. Μια μικρή στιγμή χαράς ή ευτυχίας. Σε έναν ωκεανό απο άγχη, προβλήματα, στεναχώριες. Ο παρονομαστής είναι ίδιος για όλους.

Η ζωή είναι μικρές στιγμές ευτυχίας. Σα μικρές τελείες σε ένα λευκό χαρτί. Αν τις ενώσεις στο τέλος θα δεις πόσο μακρύ ταξίδι έκανες. Αν η μια απο την άλλη είναι δέκα παγκόσμιοι χάρτες μακριά μάλλον η ζωή σου δεν είναι ταξίδι αλλά αυθημερόν εκδρομή του καπη στα εξωτικά Φιλιατρά που παθαίνει λάστιχο τυχαίως και δεν φτάνει ούτε εκεί.

Εσύ που είπαμε λοιπόν πως θα πας σήμερα; Ή μήπως έχεις κι εσύ να πλύνεις ασπρόρουχα στη γούρνα;

Το κορίτσι στο Χ93

Κρατούσα σταθερά το τιμόνι. Το μόνο πηδάλιο που πλέον μπορούσα να ελέγξω που με πάει. Κι ας μην είχα πια προορισμό. Επιτάχυνα στην Αττική οδό. Προσπερνώ πασχαλινούς εκδρομείς. Αμάξια που κουβαλάνε ποδήλατα, γιαγιάδες που πετάνε φλούδες μανταρίνια έξω απο το παράθυρο και όποιον πάρει ο χάρος. Κλουβιά δεμένα στην οροφή με υπερτροφικά καναρίνια, μισή προίκα για τρεις μέρες και κακομαθημένα παιδιά στο πίσω κάθισμα. Με κοιτά μια μεσόκοπη κυρία απ’τη θέση του συνοδηγού με ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη. Ήθελα να της φωνάξω, αλλάζουμε;

Έτσι για μια στιγμή να νιώσει το πετσί μου πάλι πως είναι να ανήκεις κάπου. Μια τόση δα στιγμή που κανείς άλλος δε θα καταλάβαινε τη διαφορά. Έξοδος Κηφισίας. Σταματάω στο φανάρι, μπροστά λεωφορείο. Χ93. Καίνε τα μάτια απο ένα κλάμα γοερό, αδίστακτο. Απο αυτά τα δάκρυα που κάνουν κρότο. Που καίνε στα μάγουλα. Αυτά που αφήνουν σημάδια για πάντα. Τα απαρηγόρητα.

Σηκώνω το βλέμμα και έχεις κολλήσει τη μύτη σου στο πίσω τζάμι του λεωφορείου. Με κοιτάς με μάτια μεγάλα, καστανά. Είσαι δεν είσαι τριών χρονών κορίτσι. Καρέ μαλλιά και οι αφέλειες πέφτουν στο μέτωπό σου αγορίστικα. Φοράς ένα κίτρινο πουκάμισο και μια τζιν σαλοπέτα. Έχεις σκαρφαλώσει στο κάθισμα και με κοιτάς κρατώντας στο ένα χέρι μια πορτοκαλάδα ρουφώντας νωχελικά απο το καλαμάκι σου. Διαολίζομαι που έχω μάρτυρα στον πόνο μου. Σταμάτα να κοιτάς. Σταμάτα.

Ανοίγεις το στόμα και αφήνεις τα χνώτα σου πάνω στο κρύο τζάμι. Απλώνεις το ελεύθερο, παιδικό, τροφαντό σου δαχτυλάκι και σχηματίζεις ένα χαμόγελο. Σηκώνεις το βλέμμα. Με κοιτάς. Ξεραίνεται και ο ιδρώτας που στάζει απο τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Σχεδόν τον μυρίζω. Πόσα να προλάβω να σου μάθω για όσα έρχονται.

Άκου κορίτσι μου να ξέρεις. Όπως εγώ έτσι και πολλοί θα κρύβουν τη θλίψη τους πίσω απο γέλια μυτερά. Θα βλέπεις κόσμο να γελά και την ψυχή του να πονάει. Θα δεις κόσμο να ζευγαρώνει απο φόβο μη μείνει μόνος. Να μην παλεύει για τα θέλω του και να συναινεί σε μια ζωή χωρίς αλήθεια ή μισή. Να φτιάχνει μια ιδέα για τον εαυτό του και να περνάει μια ζωή προσπαθώντας να πείσει τους άλλους γι’αυτό που είναι. Θα βρεις ανθρώπους που θα έρθουνε κοντά σου. Θα βυθιστούνε μέσα σου, πάνω σου. Μα όσο και να σε αγγίξουν ίσως δε σε ακουμπήσουνε ποτέ. Άλλοι δε θα ξέρουν πως να κολυμπήσουν στη θάλασσα που κρύβεις μέσα σου κι άλλους θα τους πνίξεις μοναχή.

Άκου κορίτσι μου γλυκό. Θα παλέψεις, θα νιώσεις ανίκητη, θα σου πούνε λόγια, θα σου τάξουν ό,τι δεν φαντάστηκες ποτέ, θα σε κάνουν να πιστέψεις πως κανείς δε σου μοιάζει. Και θα έρθει μια μέρα που θα κάνεις το ίδιο. Θα δώσεις ό,τι έχεις χωρίς να κρατάς ψίχουλο για σένα. Θα ξοδευτείς, θα αναλωθείς, θα συρθείς, θα πονέσεις. Θα έρθουν νύχτες που δε θα θες να τελειώσουν και μέρες που δε θα ήθελες να ζεις. Θα μυρίζεις ένα μπλουζάκι που ξέμεινε απο αυτόν που αγάπησες και εκεί θα αρχίζει και θα τελειώνει η μέρα σου.

Και θα έχει η μοναξιά σου τότε μια δόση δηλητήριο. Μια γεύση πικρή και στυφή όταν μόνη περπατάς, σαν μόνη πλαγιάζεις αναζητώντας μάταια μισό πόντο ζεστό κορμί μέσα στα σεντόνια. Θα έρθει η ώρα που θα κάνεις το γύρο του κόσμου σαν πουπουλένια πειρατής και θα γελάς. Θα έρθει η ώρα που θα σου σκάσουν το μπαλόνι αυτοί που στο γέμισαν αέρα. Και η πληγή αυτή ίσως δε γιάνει. Δε θα την κάνει μάκια κανείς. Δε θα είναι εκεί η μαμά να σε σηκώσει απο το πεσμένο σου ποδήλατο. Θα είσαι εσύ εκεί άραγε να σηκωθείς; Θα είμαι εγώ εκεί να σου ζωγραφίσω τότε ένα χαμόγελο στα χνώτα του παρμπρίζ μου;

Άκου κορίτσι μου. Ζωγράφιζε χαμόγελα και φόρα τα στην ψυχή σου μέσα. Και σε όσες στάσεις κι αν κατέβεις στη ζωή να θυμάσαι αυτές που έμεινες και γελούσες τόσο ηχηρά που σήκωνες νεκρό κι απο τον τάφο. Στο λεωφορείο αυτό όσοι κι αν κατέβουν θα νομίζεις πως χάνονται για πάντα. Τίποτα δε χάνεται. Ό,τι δεν σε αφήνει ποτέ είναι μόνο η δυνατότητα να πετάς στα σκουπίδια αυτό που είχες χθες θεό. Τίποτα δε σε ξεπερνά. Μαθαίνουν οι άνθρωποι απλά να προσπερνάνε.

Το φλας σε κάθε του επανάληψη μοιάζει με σφυρί σε έδρανο δικαστικής αίθουσας. Ένοχη. Γιατί δε σταμάτησες να πιστεύεις στους ανθρώπους. Ισόβια κάθειρξη. Γιατί ακομα πιστεύεις στην αγάπη. Εκείνη την ανεπιτήδευτη, την αραχνούφαντη, τη γλυκιά. Εκείνη που θυμίζει τη γιαγιά που κρυφά σου αγόραζε μια σοκολάτα. Αυτή που τα φέρνει όλα ανάποδα, που δεν βρίσκει εμπόδια, που υπερπηδά κάθε δυσκολία. Που γεννιέται μέσα απο το τίποτα, που γίνεται τα πάντα, που ξεχνά πως ξεκίνησε, που επαναπροσδιορίζει την ύπαρξή της, που αναπλάθει τις πληγές, που γιατρεύει τον πόνο, που γεμίζει βιβλία και στίχους και ποιήματα και τοίχους στους δρόμους. Αυτή που ξεκινά μέσα σου και δε βρίσκει πλάτος και μήκος στη γη τούτη να μην απλωθεί και να μη φτάσει.

Άκου κορίτσι μου, όταν σου απλώσουν το χέρι κράτα το σφιχτά. Κι αν το αφήσουν μη φοβηθείς. Κι αν δε θέλουν ό,τι είσαι μη λυγίσεις. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Για λίγο καμιά φορά μέσα στο πάντα σου. Κι αυτό το λίγο θα φαίνεται να είναι δυο και τρεις ζωές που θα ήθελες να ζήσεις για να το χορτάσεις.

Άκου κορίτσι μου. Ίσως κάποτε βρεθείς πάλι χωρίς αρχή, χωρίς να ξέρεις, χωρίς να θες, χωρίς αυτούς που αγάπησες, χωρίς οικογένεια. Όσο πεσμένη κι αν είσαι ξάπλωσε στον πάτο αυτό, απλώσου σα χταπόδι, πάφλασε τα πλοκάμια σου στο τρικυμιώδες τίποτα και μείνε όσο χρειαστεί. Σήκω απο τα βρύα και τις λειχήνες για να κάνεις κι άλλα λάθη. Μεγαλειώδη, κοσμοϊστορικά, τραγελαφικά. Λάθη ασυγχώρητα για όσους δε νιώθουν. Για να χάσεις κι άλλους ανθρώπους, για να θες ξανά, για να ζεις. Ελεύθερα και ανελέητα θα είναι τα χτυπήματα. Και έτσι γεμάτη μελανιές θα έχεις σώσει τον πόλεμο μέσα σου. Θα έχεις κατακτήσει και το τελευταίο πεδίο της μάχης. Θα κάθεσαι πάνω απο τα πτώματα του νου και θα κάνεις τσιγάρο στη μνήμη όσων δεν άντεξαν, δεν μπόρεσαν, δεν ήθελαν, δεν έδωσαν, δεν προσπάθησαν. Όσων δεν.

Άκου κορίτσι μου. Θα κάνεις φίλους. Αυτοί θα είναι ο καθρέφτης σου. Η ωμή αλήθεια που δεν τόλμησες να παραδεχθείς ούτε στον ύπνο σου. Βάστα γερά αυτούς που θυσιάζουν μέρος απο την ευτυχία τους για να μοιραστούν τη δική σου δυστυχία. Κι όταν κορίτσι μου θα μοιάζουν όλα μαύρα αυτοί θα το σπάνε σε αποχρώσεις. Κι όσο κι αν δε ζουν αυτό που ζεις τόσο πιο πολύ θα ανοίγουν χαραμάδες με φως. Μείνε κοντά σε εκείνους που σε θέλουν χωρίς λόγο. Σε αυτούς που σηκώνουν το τηλέφωνο να πάρουν και εμφανίζονται στην πόρτα σου. Γιατί έτσι.

Άκου κορίτσι μου. Όπως ρουφάς το καλαμάκι έτσι θα νιώσεις κάποτε οτι σου ρούφηξαν τη ζωή απο μέσα σου. Όπως ζωγραφίζεις σε ένα τζάμι έτσι κάποτε κάποιος θα γράψει απο πάνω. Όπως θα περνάνε τα χρόνια έτσι θα δεις οι άνθρωποι να λικνιζονται όλο και πιο πολύ σε μια ψευδαίσθηση πως τους προσδιορίζουν μόνο οι επιτυχίες τους. Η δουλειά, τα σπίτια, τα λεφτά. Θα τους ακούς να μιλάνε μόνο για τον εαυτό τους, τι κατάφεραν, τι αγόρασαν, που πήγαν. Στον εαυτό τους τα λένε για να τον πείσουν πως κάθε μέρα δεν κυλά ανώφελα. Ούτε λόγος για το τι αγαπούν, για τα λάθη τους, για τη βαρεμάρα τους, για όλα αυτά που τους κάνουν απλά ανθρώπινους. Η προσπάθεια είναι κορίτσι μου αυτό που είσαι. Τίποτε μετά απο αυτό δεν είναι θεμελιώδες, δεν είναι συμπαγές, δεν είναι μόνιμο, δεν είναι σίγουρο, δεν είναι για πάντα δικό σου. Μόνο η προσπάθειά σου.

Άκου κορίτσι μου. Έχω τόσα να σου πω που θα μας πάρει η μαύρη νύχτα. Έχω ακουμπήσει την ψυχή μου στο ταμπλό και την περιφέρω αφύλακτη. Κι όσο με κοιτάς τόσο ξεγυμνώνομαι. Τόσο με καίει η σάρκα μου και τρεμοπαίζουν τα δάχτυλά μου ρυθμικά στο τιμόνι. Κι όσο κρατάει αυτό το φανάρι ήσουν η πιο αληθινή μου παρέα. Για όλα αυτά που σε περιμένουν και δεν ξέρεις. Για όλα αυτά που ήρθαν και δεν τα περίμενα.

Άκου κορίτσι μου. Μην πιστέψεις πως κάτι δε το μπορείς. Μην πιστεύεις πάντα σε όλα όσα έμαθες. Μην αφήσεις τον κόσμο να σε θάψει στα πρέπει και τα μη και τα όχι. Δεν υπάρχει τζιζ στη ζωή. Το πιο καθαρό σου οξυγόνο θα είναι μόνο εκεί που σε αγαπάνε. Όπως είσαι. Και όπως δεν είσαι. Και όπως έγινες. Και όπως δεν έγινες. Και όπως γελάς. Και όπως κλαις. Και όπως σπέρνεις τη χαρά. Και όπως βυθίζεσαι μέσα στη μαύρη θλίψη.

Και όπως θα μεγαλώνεις ίσως σε πετύχω να περπατάς, κοπέλα πια, στο δρόμο κρατώντας ένα ανδρικό χέρι σφιχτά. Ίσως του γελάς και του χαρίζεις το πιο ζεστό σου χαμόγελο. Ίσως η αγκαλιά του γίνει το σπίτι σου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο προορισμός σου, η δύναμή σου. Ίσως η αγάπη του σου δώσει το πιο βαθύ φιλί και το πιο γερό χαστούκι. Ίσως περάσει απο πάνω σου σαν τανκ. Ίσως δε φτάνουν όλα τα τσιγάρα και τα ποτά για να καπνίσεις και να πνίξεις τον πόνο μέσα σου. Ίσως ό,τι έκανες ως τότε στη ζωή σου να νιώθεις πως δεν αρκεί γιατί έχει μηδενίσει το κοντερ. Ίσως μια ψυχρή υπογραφή γίνει το τέλος σε αυτό που κάποτε δεν υπήρχαν λέξεις ακόμα πλασμένες να το περιγράψεις. Ίσως κάποτε κάθε μέρα να γίνει μια ακόμη ημέρα μακριά απο εκείνον. 67, 151, 180 και 15 ώρες και 42 δευτερόλεπτα. Τώρα και 43. Κάποτε μπορεί να δεις τη ζωή σου σε κούτες. Ίσως ακουμπήσεις σε μια απο αυτές που γράφει εύθραυστο. Θα ανάψεις ένα τσιγάρο. Το μόνο εύθραυστο εκεί γύρω ίσως κανείς δεν καταλάβει πως ήσουνα εσύ. Αυτό που δε το έγραψε κανείς επάνω του με μαρκαδόρο. Αυτό που δε θα βάλει κανείς σε μια κούτα να το πάρει μαζί.

Άκου κορίτσι μου. Αυτοί που αγαπάνε και με την τελευταία σταγόνα στο αίμα είναι πάντα δυνατοί ακόμα και πεσμένοι, ακόμα και στο τίποτα. Γιατί χωρίς αυτούς που αγαπάς σα να τράβηξες ψυγείο απο την πρίζα. Λήγουν και τα γάλατα λήγουν και τα μέσα σου. Ίσως τότε μείνεις να χαιρετάς σαν ξένος τον πιο δικό σου άνθρωπο. Ίσως δε γυρίσει ποτέ να κοιτάξει τι αφήνει πίσω. Ίσως κάποτε βρεθείς 3 το πρωί να βλέπεις σε λούπα ένα βίντεο που σου λέει σ’αγαπώ και να στρίβεις στη μαστούρα σου αναμνήσεις απο γέλια πνιχτά και περασμένα, φιλιά και πόδια μπλεγμένα και όνειρα που δεν είχαν μήτε πάτο μήτε ουρανό.

Άκου κορίτσι μου. Όσα και να σου μάθουν, όσες απαντήσεις κι αν έχεις μέσα σου θα έρθει μια μέρα που θα ζεις μόνο με ερωτήσεις. Πως απο εδώ και πέρα; Και θα κάνει το μυαλό σου ελεύθερη πτώση και θα πέφτεις πιο γρήγορα απο ποτέ. Μην κλείσεις τα μάτια.

Άκου κορίτσι μου. Κάποτε το πιο αγαπημένο σου παιχνίδι θα το βρεις βρώμικο σε μια ξεχασμένη γωνιά της αποθήκης. Κάποτε το τραγούδι που αγάπησες δε θα θυμάσαι καν ποιος το έλεγε. Κάποτε θα ξεχάσεις τούτη εδώ τη στιγμή που με κοιτάς. Κάποτε θα θες να γαληνέψεις πόνους και θα έρχονται ακόμη μεγαλύτεροι και θα προσπαθείς να εξημερώσεις τα θηρία γύρω σου αλλά θα είναι μέσα σου. Κάποτε ίσως κανείς δεν καταλάβει. Κάποτε θα σκεφτείς τα λάθη σου αλλά θα είναι αργά. Κάποτε θα ψάχνεις για λίγη αγάπη και όλοι θα έχουν πέσει για να κοιμηθούν. Κάποτε θα δεις μπροστά σου όλα αυτά απο τα οποία έτρεχες μια ζωή να κρυφτείς. Κάποτε θα έρθει η ώρα να κερδίσεις τις μάχες που δεν κέρδισε κανείς για εσένα. Κάποτε θα καταλάβεις πως παλεύεις μόνο με τον εαυτό σου. Οι γύρω είναι μόνο θεατές. Για λίγο συμπρωταγωνιστές.

Άκου κορίτσι μου. Τα ωραία στη ζωή κρατάνε λίγο. Τα πολύ ωραία όσο προσπαθείς. Μη σταματήσεις κορίτσι μου να προσπαθείς. Βρες τη δύναμη και μην ξεχάσεις τα όνειρά σου, μη τα βάλεις ενέχυρο σε κανενός το ανταλλακτήριο. Μην ξεπουληθείς κι αν το κάνεις να είναι μόνο για λίγο. Στο τέλος θα είσαι εσύ υπεύθυνη για όλα. Όσες ευκαιρίες και να δώσεις να ξέρεις πως δε θα τις πάρεις πίσω ποτέ. Οι άνθρωποι ξεχνάνε γρήγορα. Πόσο τους αγάπησες, πόσα τους έμαθες, πόσο σφιχτά τους κράτησες, πόση αλήθεια έδωσες, πόσα ναι τους είπες μόνο για να δεις τη χαρά στα μάτια τους. Μάθε να συγχωρείς αληθινά. Λέγε αλήθειες κι ας πονάνε. Οι πολλοί δεν φτιάχτηκαν για να αντέχουν αλλά για να ανέχονται όσα δεν αντέχουν. Άκου κορίτσι μου. Όποιος δεν αντέχει το λίγο σου δε θα μπορεί και το πολύ σου.

Ανάβει πράσινο. Πρέπει να σε προλάβω να στα πω. Να μη γίνεις σαν εμένα. Ακολουθώ το λεωφορείο μέχρι το τέρμα του. Κατεβαίνω απο το αυτοκίνητο και τρέχω μέσα στο κρύο να χτυπήσω την πόρτα του οδηγού να μου ανοίξει. Μου κάνει νόημα, δεν καταλαβαίνω. Ανοίγουν οι πόρτες και μου λέει νευρικά “είναι εκτός λειτουργίας το λεωφορείο κυρία μου, δε βλέπετε που είναι άδειο;

Ανεβαίνω δυο σκαλιά και κοιτάζω. Κανείς.

Αφήνω ένα σχεδόν άηχο συγνώμη στον οδηγό σα μεταμεσονύκτιο εισιτήριο της τρέλας μου.

Μπαίνω στο σπίτι της μάνας μου κάθιδρη. Τρέχει καταπάνω μου. “Κοίτα τι βρήκα! Είναι απο τη μέρα που είχαμε πάει βόλτα όταν ήσουνα μικρή με το λεωφορείο“. Μου δείχνει μια φωτογραφία. Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά.

FullSizeRender-2

Άκου κορίτσι μου. Κανείς δε θα σου πει πιο δυνατά την αλήθεια απο εσένα την ίδια. Αντίο και καλή σου τύχη.

Γράμμα σ’ έναν ποιητή

Έσπασε τη σιωπή μια κόρνα. Ξανά πάλι. Πολλές μαζί τώρα. Απόγιομα Σαββάτου. Κάποιος παντρεύει μια κόρη σήμερα. Κάποιος θυσιάζει θυγατέρα στην πανσέληνο. Κάποιος περήφανος πατέρας σφουγγίζει τον ιδρώτα του Ιούλη με μαντηλάκι τσέπης και βιαστικά το ξαναβάζει μέσα. Έτσι το μυαλό μου στάζει σήμερα. Χωρίς ταμπονάρισμα, χωρίς αίσθηση, συνεχίζει αδιάκοπα να παράγει ορό αλήθειας και να προκαλεί τρέμουλο, μια διαολεμένη άρνηση να ανοίξεις τα μάτια να δεις.

Έφυγες.

Στρίβεις ένα τσιγάρο. Σε βλέπω ξανά με σκούρες κοντές μπούκλες να κοιτάς πάνω απο τα γυαλιά σου. Γελάς και ψευδίζεις λίγο το σίγμα. Συρτό. Εξαντλητικό. Σήμα κατατεθέν.
Είναι δεν είναι 1994 και ανεβαίνω σκαλιά πάλι. Πολλά. Με ένα σάκο στον έναν ώμο. Αργοπορημένη. Και στο τέρμα είσαι εσύ. “Καλώς το πουλάκι μου κι ας άργησε. Έμπα μέσα.” Ο δάσκαλος.

Κάθομαι ξανά σήμερα στο θρανίο Παναγιώτη. Να μάθω κάτι που δεν μου έμαθες ποτέ. Πως χωρίς αυτούς που αγαπάς. Παρούσα μα αδιάβαστη. Με πνεύμα αλλά κάτω απο τη βάση.

Έφυγες.

Κοιτάζω έξω απο το παράθυρο. Σε βλέπω να μπαίνεις παλεύοντας σε ένα ξεχαρβαλιασμένο πράσινο seat ibiza. Οι τσάντες σου γεμάτες φυλλάδια. Το μυαλό σου γεμάτο ιδέες. Ο τρελός του χωριού. Ή μήπως ο πιο λογικός στον κόσμο των τρελών; Και μια άσπρη, πλαστικούρα αεροτομή σαν απορροφητήρας της γιαγιάς. Όταν στο είπα με κυνήγαγες. Την πάτησες δάσκαλε. Μάθημα δικό σου πρώτο. Να λες αυτό που θες χωρίς φόβο.

Έφυγες.

Γυρίζεις ξανά στην έδρα. Σηκώνεις τα μανίκια. Μέχρι τον αγκώνα. Αν νευριάσεις παίρνεις αυτό το βλέμμα μπλαζέ που σκοτώνει ιπποπόταμο διηπειρωτικά. Αυτό που δεν φόβισε κανέναν αλλά έκανε συνειδήσεις να τρίζουν σαν ροκανίσματα απο πριονοκορδέλα. Πιάνεις κιμωλία. Τη γυρίζεις δυο φορές στο χέρι σα να ζυγίζεις τη στιγμή. Δε τη σπας ποτέ. Γεμίζεις ένα μαυροπίνακα. Γεμίζεις τις ψυχές που σε ακούνε. Δίνεις ανόθευτα γνώση και κάπου εκεί βάζεις το δικό σου σπέρμα στα μυαλά. Και πόσους απο εμάς έθρεψες και βύζαξες με τις ιδέες σου σχεδόν κοιλοπονώντας. “Μια μέρα θα θυμάστε έναν απόκληρο, έναν που πως τον λέγανε μωρέ τον αριστερό μπαγάσα που μας έλεγε εκεί για Πολυτεχνεία, για αγώνες, για μάχες..και θα έχω χάσει αν θυμάστε μόνο εμένα κι όχι αυτά που έλεγα”.

Έφυγες.

Και περνάγανε τα χρόνια και κάθε μέρα ήσουν εκεί. Ετοιμοπόλεμος με ένα μάτσο φλωρόπαιδα. Αυτά του ιδιωτικού. Αυτά που γιατί να αλλάξουνε τον κόσμο αφού βολεύει ο τωρινός. Αυτά που ποτέ δε θα έλεγες έτσι. Γιατί οι ταμπέλες δεν μας ταίριαζαν ποτέ, έτσι δεν είναι δάσκαλε; Γιατί αυτές θα ήταν πάντα η αρχή της διάκρισης. Και στο δικό σου νου είχαμε όλοι το δικαίωμα στη μαλακία. Το δικαίωμα να ξεφυτρώσουμε εκεί που δε μας σπείρανε. Οχι μόνο για όσα μας αφορούν. Όχι μόνο για όσα μας αγγίζουν το σπίτι και τη ζωή. Για τον διπλανό μας ρε γαμώτο. Και πάλευες σε ένα δυαράκι στα Ιλίσια τότε με φως ανοιχτό ως τις μεγάλες ώρες πρωϊνές για χειρουργείο μεγαλεπήβολο μεταμόσχευσης εγκεφάλων. Για να πάρουν τα παιδιά τα γράμματα, για να τα πάρουν και να τα κάνουν δικές τους λέξεις, δικό τους νόημα. Με ένα ουίσκυ νέτο σκέτο παραδίπλα να αφήνει στάμπες στα γραπτά. Σήκωνες τα πόδια στο γραφείο, κατέβαζες τα γυαλιά, έτριβες τα μάτια, μεγαλειώδεις οι στιγμές που τα έκλεινες, ταξίδευες όπου εσύ ήθελες.

Έφυγες.

Μα πρόλαβες. Να κάνεις την παρουσία σου πιο βαρύγδουπη απο ποτέ. Κι απο χθες σα να κόπασαν οι μουσικές. Πρόλαβες. Να κάνεις τον κόσμο να φαίνεται τώρα πιο μικρός, πιο λίγος, πιο φτωχός. Και θα με έβριζες τώρα γι’αυτά γιατί η αλήθεια είναι ίσως το αντίθετο. Πως έκανες τον κόσμο για μερικούς απο εμάς πιο μεγάλο, πιο πολύ, πιο γεμάτο. Αυτό είναι το έργο σου. Θα είσαι πάντα εδώ. Μάθημα νούμερο δύο: να αλλάζεις ό,τι δεν σου αρέσει.

Έφυγες.

Θυμάμαι ένα σου ζεϊμπέκικο στο νησί. Κάπου 2000. Με ένα camel στο στόμα, το δαχτυλίδι σαν αλλοτινό λάφυρο απο τον οίκο των Λάνιστερ, μανίκια ξεκούμπωτα και εσύ να στροβιλίζεσαι σα δερβίσης και τα γαρύφαλλα κατα ριπάς. Ακόμα δεν ήξερες. Ακόμα δεν φανταζόσουν. Ακόμα πάλευες μόνο με τα θηρία μέσα σου.

Και ήρθε η ώρα να πούμε τότε το πρώτο αντίο. “Ρεμάλι σε παραδίδω στην κοινωνία. Ξέρω πως θα το βρω μπροστά μου αλλά έκανα το καλύτερο δεδομένης της κατάστασής σου.” Τι είπε τώρα ο άνθρωπος σκέφτηκα. “Είσαι κι εσύ βαρεμένη σα τον αδερφό μου. Μα Κοινωνιολογία; Έστω θα είσαι στην Κρήτη. Κουφάλα. Τα κατάφερες. Ρακές και Μαρξ. Ζωάρα.” Έκανα να φύγω γελώντας. “Μη σταματήσεις να γράφεις εσύ. Θα σε αφαλοκόψω μικρή”. Μου έσπρωξε ένα βιβλίο στην τσάντα σα τη μάνα που παραχώνει ενα καρβέλι στο δισάκι του γιου πριν μπαρκάρει και με ένα ανεπαίσθητο πατ πατ στην πλάτη αγκαλιαστήκαμε αληθινά και τράβηξε καθείς το δρόμο του με ένα άηχο να προσέχεις.

Έφυγες.

Και ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου το κάλεσμά σου με το επίθετό μου. Και σε πόσους άλλους. Κράξιμο απο τα λίγα. Το μόνο που σε κάνει να γελάς χωρίς αύριο. Με τις αθώες απειλές για ξεκουρούπιασμα. Λείπουν κι αυτές διάολε. Σε βρήκα να πονάς μετά. Χτυπημένος μα ποτέ λαβωμένος. Μέτραγες τι έχει μείνει όρθιο. Είχες πάντα ένα θέμα με τους απολογισμούς. Ή όπως έλεγες εσύ ισολογισμούς. Τι μπαίνει. Τι βγαίνει. Τι μένει το μετράς όταν πέφτεις στο κρεβάτι και κλείνεις τα μάτια. Και πόσα βράδια τα έκλεισες σφιχτά όχι απο φυσικό πόνο αλλά απο συνήθεια να θες να αλλάξουν όλα. Με ένα βιβλίο στο χέρι. Πιο διαβασμένος απο ποτέ. Διψασμένος ρούφαγες γραμμές και δε ξεδίψασες ποτέ.

Διψάς ακόμα; Τόσα παιδιά σου θα τρέξουν τώρα με νερά πηγής για να σε ξεδιψάσουν. Η Μαρίνα. Ο Δημήτρης. Η Μαριάννα. Η Χρυσάνθη. Η Δήμητρα. Η Όλγα. Η Ανδριανή. Ο Νίκος. Εκατοντάδες ακόμα σαν εμάς. Όλοι παιδιά δικά σου.

Έφυγες.

Κάπου στα Πετράλωνα. 3 χρόνια πριν. Καλοκαίρι περίπου πριν τα μέσα Ιουλίου. Δε ψάχνω τη μέρα. Αν είναι η ίδια θα κοστίσει πολύ. “Ζεστή ρακή πατριώτη; Για ξύρισμα πάμε;” φωνάσκεις στον ταβερνιάρη. Και κάπου ανάμεσα στα πνιχτά γέλια των γύρω ήσουν πιο δυνατός. Ρόλαρε η γλώσσα η πύρινη, έκαιγαν κώλους τα σχόλια κι εσύ αυτοκρατορικός στην κεφαλή του τραπεζιού. Ιούλιος. Σαν Καίσαρας. Λέγαμε για τη ζωή. Μια στιγμή με ρωτάς. Είσαι σίγουρη γι’αυτά που θες μικρή; Όχι δεν ήμουν πάντα. Αλλά πολέμησα φίλε. Με τα λάθη. Με τα πισωγυρίσματα. Με δαίμονες δικούς μου. Σηκώθηκα ξανά. Καταλάβαινα. Καταλάβαινες. Δεν το έβαλα κάτω ποτέ. Μάθημα νούμερο τρία. Ποτέ μην απαριθμείς τι μαθαίνεις σε κάποιον. Σημαίνει πως υπάρχει τέλος στη γνώση. Δεν υπάρχει.

Έφυγες.

12 Ιουλίου. Θες να πούμε πάλι αντίο. Βιάστηκες. Έχεις αφήσει πίσω αγαπημένους σου, ρακές που δεν ήπιες, βιβλία που δε διάβασες, μουσικές που δεν άκουσες, ανθρώπους που δε γνώρισες, κιμωλίες που δεν τίναξες απο τα ακροδάχτυλα. Όλοι οι λόγοι που σε έκαναν να θες να ζεις. Αυτό το γαμημένο δικαίωμά σου στις μικρές χαρές και στιγμές ευτυχίας της ζωής δεν ήθελε κανείς να στερηθείς. Ήθελες θέα να γαληνεύει η ψυχή. Έχεις τώρα θέα εμάς να παλεύουμε εγωϊστικά με την αλήθεια.

Να μην κλείσω τα μάτια. Να έχω αυτιά ανοιχτά. Να έχω λόγο. Να έχω δύναμη. Να αλλάζω. Να συγχωρώ. Να προχωράω. Να μαθαίνω. Να πέφτω. Να ξαναπέφτω. Να κυλιέμαι στη λάσπη. Να δίνω μια και να σηκώνομαι. Να πετάω. Να καίγομαι. Να επουλώνω τις πληγές. Να ακούω. Να προσπαθώ. Να γελάω με τα λάθη. Να τα ξανακάνω. Να τα ξεπερνώ. Να βοηθάω. Να απλώνω το χέρι. Να ονειρεύομαι. Να μην κλείνω ποτέ τα μάτια. Να είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του εαυτού μου. Μάθημα ζωής. Δικό σου κι αυτό.

Είμαι τυχερή. Ακούς; Που είχα εσένα δάσκαλο και φίλο. Που άνθρωποι όπως εσύ θα μου δίνουν πάντα ελπίδα πως τίποτα δεν χάθηκε σε ένα κόσμο με απαθή κορμιά που βολοδέρνουν σκορπώντας μπουρδολογία στυλάτη. Που όσα λόγια ωραία κι αν με έμαθες να στοιχίζω σε σειρά τώρα όλα μοιάζουν τόσο λίγα για να πούνε ένα αντίο. Και κάπου ανασαίνεις δυνατά, κάπου ό,τι και να λες αν θυμηθείς ιστορίες απο την πελοποννήσια μάνα σου θα γελάσει κάθε πικραμένος, κάπου ψαρεύεις, κάπου χλευάζεις την αριστερά με το αντάρτικο πόλης, κάπου μιλάς μόνο για το Σοφάκι σου, κάπου προξενεύεις τον αδερφό σου όσο-όσο που αγαπάς, κάπου έχεις ξαπλώσει το ταλαιπωρημένο σου κορμί και μαζεύεις ήλιο με το σκύλο με τα ψυχικά νοσήματα που του απέδιδες παρακεί, κάπου γιάνεις, κάπου μυρίζεις τις σελίδες των βιβλίων και λιώνεις απο τη μαστούρα αυτή, κάπου έχεις έναν ακόμα μονόλογο εσωτερικό που σε οδηγεί στην τρέλα, κάπου ίσως λες “και γιατί αντίο ρε μαλάκες; Νομίζετε θα ζήσετε εσείς για πάντα; Εγώ ο προνοητικός έχω πιάσει πρώτο τραπέζι πίστα. Ρεμάλια”.

Και ποιος. Και πως. Και γιατί. Να εξηγήσει. Να σε εξηγήσει. Να μιλήσει. Να πει. Να ομολογήσει. Να σε εξομολογήσει. Μόνος σου έδειξες πως θα έπρεπε να είναι η ζωή. Για λίγες νύχτες ακόμα. Για λίγες μέρες ακόμα. Κόρνες και κάποιος παντρεύει μια κόρη. Κάπου έχουνε χαρά κι εμείς μαζεύουμε στιχάκια.

Πες ό,τι θες. Ακούστηκες πιο δυνατά σε αυτόν τον κόσμο απ’ όσο πίστευες. Βλέπω ορδές αγνώστων να σε εξυμνούν. Αυτός είναι ο δάσκαλός μου. Αυτός είναι ο φίλος μου. Αυτός είναι ένας μοναδικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός άνθρωπος που με λόγο και το κεφάλι ψηλά, περήφανα, ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και πάλεψε για τη ζωή. Για λίγες μέρες ακόμα κάθε φορά. Έλα και πάμε. Για λίγες νύχτες ακόμα. Έλα λίγο ακόμα. Χωρίς δύσκολα πια. Χωρίς να σου βάζει τρικλοποδιά κανείς. Χωρίς το σώμα να νοσεί και η ψυχή μόνο να γιορτάζει. Χωρίς όφου. Χωρίς ορούς. Χωρίς όρους. Χωρίς σωληνάκια. Χωρίς παρατάσεις. Έλα πάμε. Να σε ξεπροβοδίσουμε όλοι μαζί. Γνωστοί, άγνωστοι, φίλοι και μη, σύντροφοι και όχι, μικροί, μεγάλοι. Και πόση ειρωνεία. Όλοι ένα στο φευγιό σου. Όπως ήθελες να είμαστε. Ενωμένοι και κοντά ο ένας στον άλλο. Άνθρωποι γαμώ την τρέλα μου.

Πάμε μισό βήμα ακόμα. Εκεί εσύ ολόκληρος και εμείς πίσω μισοί, αδούλευτοι, βρωμιάρηδες, απαίδευτοι και κακομαθημένοι. Έρμαια στα πρέπει και τις προκαταλήψεις που με μια κουβέντα έκανες κωλόχαρτο-γυαλόχαρτο να σκουπιστούμε. Ο Παναγιώτης που άνηκε σε όλους και σε κανέναν. Καθείς με ιστορίες. Καθείς πάντα με ρακές. Καθείς στον πάγκο του. Καθείς με όσα έχει στο νου. Καθείς με όσα γέννησες εκεί. Καθείς με προίκα πια ό,τι θυμάται απο εσένα.

Έφυγες.
Για το παραπέρα σου.

Όχι. Γιατί μια μέρα θα καταλαγιάσουν οι φωνές, θα σωπάσουν οι λύπες, θα ρολάρουν οι μέρες και θα ξεχαστεί ο κόσμος. Μα πως να ξεχάσει; Και πάντα μέσα απο τα ποιήματα, τα γραπτά θα βρίσκει απαντήσεις. Όπως και εσύ. Ποτέ καθοδηγούμενος μα πάντα αυτοπροσδιοριζόμενος. Οξύ πνεύμα. Ενεργός πολίτης. Λυρικός ως το κόκκαλο. Μαχητής. Ποιητής. Δάσκαλος. Φίλος. Ελεύθερος άνθρωπος. Κάπως έτσι αύριο απο μακριά θα ακούσεις εκατοντάδες φωνές να σου μιλούν σαν ένα. Με ρυθμό, με αγάπη, με σεβασμό.

Έφυγες για την προκυμαία. Δεν κρατάς τίποτα στα χέρια. Χέρια ελεύθερα πέφτουν απο τους ώμους ξαλαφρωμένα. Κουνάς το κεφάλι να ξεπιαστείς. Τα βιβλία τα έγραψες μέσα σου. Οι μουσικές ηχούν στα αυτιά σου. Οι αγαπημένοι σου κλειδώσαν στην καρδιά.

Αύριο φεύγει το πειρατικό. Καθαρός ουρανός. Κι έχεις πρώτη θέση. Το εισιτήριο είσαι εσύ. Αύριο ξεκινάς για μια πόλη με λιμάνι. Και θα είμαστε όλοι εκεί. Όχι για να πούμε αντίο. Αλλά για να σου ευχηθούμε καλές νέες περιπέτειες. Για να μας υψώσεις το μεσαίο δάχτυλο με αγάπη.

Έφυγες πουλάκι μου;

Δε σε ακούω πια. Μόνο κόρνες πάλι. Κάποιος πάντρεψε σήμερα μια κόρη κι εσύ όλους εμάς μια ζωή με την αλήθεια και τον αγώνα σου.

Καλή αντάμωση μπαγάσα δάσκαλε. Αέρα στα πανιά σου. Πρώτη φορά θα είσαι τόσο μακριά μα πιο κοντά απο ποτέ.

Φωτεινή (aka η μικρή)

υ.γ. Αφιερωμένο στο δάσκαλο και φίλο μου Παναγιώτη Οικονόμου @Contrabbando. Και σε όλους εκείνους που χάθηκαν νωρίς απο τα μάτια μας αλλά άνοιγαν πάντα δρόμους για να διαβούμε οι υπόλοιποι αγόγγυστα.

Panagiotis